Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ποιητική συλλογή «Απ' τη σπηλιά του Φιλοκτήτη».

Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στη γυναίκα μου Ευτυχία

ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ

Παίζει το μάτι σου με τη βροχή στα τζάμια
περίκλειστος του αργύρου
αν λιθάρι του Δευκαλίωνα
βυσσινιά θαλασσόπετρα
απομεινάρης σε ξύλο ελιάς
τεταριχευμένος αέρας άνεμος.
Τα ζεστά κλίκια σ’ άρεζαν
καθώς παιδί παιδάκι
οι βόλτες στον Καρπασινόδρομο
και το γυναικοστόλι
διακονητής ιεράς σφεντογόνας
μαρσάροντας το Ζούνταπ
οι σφήκες να φωλιάζουν άρχισαν
στον προβολέα.
Τα κιτρινοπούλια κοίταξαν απόψε χαμηλά
στις σκαμνιές του Μιλτιάδη
βιάσου τώρα βιάσου
τσιρίζει το φτιλάκι στο καντήλι
ότι προλάβεις αθώε σήμερα
ύστερα ελεφαντόδετος χρυσένιος
ν’ ακούς μονάχα τη βροχή στα τζάμια
καθώς παιδί παιδάκι.
Εμένα ποτέ δεν με ξεγέλασες
πάντα το ήξερα ότι σε έλεγαν
Βασίλη.








ΕΝΤΟΣ

Κάθε βράδυ με ποτίζουν αλυσίβα
στέρνουν τη σταυρομάνα μου
για να μη λέω όχι
εστάχτιασαν σιγά σιγά
τα τσίνορα και τα μαλλιά μου
εκάηκαν τα τζγιέρια μου
τα δάχτυλά μου καρβουνιάσαν
εσούφρωσα και τσίριασα
έγινα ένα πυκνό στοιχειό
να ζωγραφίζω στα μάτια των παιδιών
μαύρα σημάδια από κάτω
αράχνη γίνηκα και μπάμπουρας τυφλός
ήλιο αντίδωρο δεν παίρνω και δε δίνω
τεφρόχρους ή μελάγχρους κατά περίσταση
μόνο η καρδιά κνικάτη
σφύζει σπαργώνει
σπάει κελύφη σπάει πετρώματα
ανοίγει καλδέρες
γίνεται φρέαρ αρτεσιανό
κόκκινη λίμνη
θάλασσα κόκκινη
στα βύθη της για πάντα
ο Σωκράτης ποτέ δε βγήκε απ’ την πόλη.








ΛΕΥΚΑ ΧΑΡΤΙΑ

Λευκά χαρτιά
ασθμαίνοντα ες δύσιν
στα ερεμνά του Άδη
στους πέργιορες με τις σκιές
φλάμπουρα ανεμίστε
η άβυσσος δεν έχει σκήτες
δεν έχει ένα πράσινο φύλλο
μόνο τον Περσέα που τρελαμένος
τη Μέδουσα αποκεφαλίζει
κάθε τόσο και λιγάκι
και με βελούδινες πατημασιές
γεμίζει αίματα τις σκιάστρες.
Λευκά χαρτιά
στα μούτρα μου σαρκάστε
απέραστοι οι αμμόδρομοι
και οι άηχες φωνές επί ματαίω
οδίτης χωρίς πόδια
σκήνος πεπερασμένο
στα βρότεια έγκατα
το μόνο λύτρος
όσο η καρδιά μου πεταρίζει
λευκά χαρτιά μου τύραννοι
πάρτε με από δω
εγώ είμαι απ’ το θέρος
απ’ το αλώνισμα
είμαι απ’ το μπαμπάκι τον Οκτώβρη.









ΧΙΟΝΙ

Στο φίλο μου Νίκο Χείλαρη

Απόψε το φεγγάρι
τραβά το χιόνι απ’ τη θάλασσα
τραβά το χιόνι απ’ τις βόντενες του Δεκέμβρη
κι από την τσουτσουφιά
στο φεγγάρι πάντα υπάρχει χιόνι
εκεί θα πάρω τον περίπατό μου απόψε
πάνω στα γεφύρια των θεών
θερίζοντας το κώνειο της γαλήνης
στ’ ασύνορα περάσματα
στα περάσματα απ’ όπου οι άνθρωποι φεύγουν
και γίνονται μονόλιθοι
θα πάρω μαζί μου με τον ξηρό άνεμο
τα τριλίσματα των κορυδαλλών
στις παγωμένες καλαμιές της σελήνης
και οι λευκές πατημασιές θα ψάλλουν
το πυθαγόρειο θεώρημα του αργύρου
θα πάρω μαζί μου τις δεκαοχτούρες
θα πάρω ξεχασμένα στα δέντρα βύσσινα
και λίγο στάρι στη χούφτα
θα σπάσω τα σιδερένια δίχτυα απόψε
θα πάρω τον περίπατό μου στο χιόνι του φεγγαριού
θα φύγω.










ΑΜΜΩΝΙΤΕΣ

Στα μνήματα δεν πάνε καλό λάδι
οι πεθαμένοι δεν το χρειάζονται
αν κάψουν μηδέν οξέα
γίνονται σαλιγκάρια σκουρωπά
γίνονται απολιθωμένα κοχύλια
Αμμωνίτες
κι όσο καίει το καντήλι
τόσο μεγαλώνουν
γίνονται ηχεία
γίνονται παχύωτα με αυτιά πορσελάνινα
που ακούν τα πάντα
οι συγγενείς τότε παίρνουν τα αυτιά πορσελάνες
φτιάχνουν κορνίζες φωτογραφίας
και τοποθετούν τον πεθαμένο μέσα
έτσι το κέρδος τους είναι διπλό
σε ακοή και χρήμα.









Η ΚΑΤΑΡΑ

Στην Ατσική από παλιά σέρνεται μια κατάρα
πρώτα πρώτα να πεθαίνουν τα παιδιά
μα μικρά μα ξεπεταγμένα μα ώριμα
μπαντέχουν οι γονείς
απ’ όταν γεννηθούνε το μαντάτο
κάτω απ’ την ακακία το καλοκαίρι
ή στο δρόμο για Γενοβγιού
ή την Κυριακή στην εκκλησία
χτυπά η καμπάνα ατελείωτα
ναυάγια απαγχονισμούς
λογής - λογής μαράζια
μετά οι γονείς γίνονται γλάροι
κανείς δε μιλά γι’ αυτούς και τα παιδιά τους
μπορεί ακόμα να γίνουν
σκιά και συριγμώδης άνεμος του μεσημεριού
ή να γίνουν καρφωμένα καλάμια
στα νιάματα του χειμώνα
ή χορταράκια στα παλιά πηγαδόχειλα
μπορεί να γίνουν σταχτιά πουλιά των καλαμιώνων
χωρίς όνομα
ή ακόμα να γίνουν ζέστα του πρωινού καπνού
στην Ατσική από παλιά σέρνεται μια κατάρα
πρώτα πρώτα να πεθαίνουν τα παιδιά
κι αυτό γιατί στην Ατσική
πάντα περιφρονούσαν
τον Άργη και τους κεραυνούς του.








ΕΦΗ

Στη γυναίκα μου Ευτυχία

Η ματιά της γαργάλησε τα σπαρτά
γέλασαν θημωνιές και μια πατόζα
κι απ’ το τσουλούφι της που έπαιζε στον αέρα
κόπηκαν σωρηδόν διαμάντια
με ρυθμό πολυβολισμών ποδηλάτου
ακτίνα και τραπουλόχαρτο
κι όταν πήγα να πω τι και πώς
οι ιεροί ατμοί της στο ημίφως
έλιωσαν τους παγετώνες στην Ανταρκτική
απ’ την άλλη
δε σταμάτησε να καρφώνει άγιους στο γρανίτη
όσο εγώ έσκαβα για μενίρ
μέσα στη λάβα των ηφαιστείων
καίγοντας τα ποδάρια μου
αφού ήταν προορισμένη
για ρόγα σταφύλι σουλτανί
πάντως
κατόρθωσα να ξεζέψω απ’ τον αραμπά
τα άλογα του Αχιλλέα
τα είχα κερδίσει με την αξία μου
αφού κομμάτιασα με κομπρεσέρ
τους τάφους των Γατελούζων
Ενετών αρχόντων
και στο τέλος τραβώντας την απ’ το χέρι
ρίξαμε ακόντιο στην ομίχλη
κάτω απ’ τους ήσκιους των βράχων
κι όταν έβρεξε ήλιο
δώσαμε φόκο
στις μπαρουταποθήκες.








ΒΕΓΓΕΡΑ

Τις τελευταίες ημέρες του χειμώνα
μας επισκέφθηκε ο εξάδελφος Απολλύων
άγγελος της αβύσσου
και βασιλεύς των ακρίδων της Αποκαλύψεως
που εμείς πάντα τον λέγαμε Απόλλων
και πάντα τον λέγαμε αιφνίδιο θάνατο.
Μας είπε πως τις προάλλες
τα έπιναν τα ούζα τους
με τον ταχύ ίππο του Αδράστου
τον επονομαζόμενο και κυανοχαίτη
συγγενής κι αυτός αντάν μπαμπαντάν
αφού γέννημα του δικού μας του Ποσειδώνα
και εκείνης της μαυροτσούτσουφης της Ερινύος.
Αυτός ο ίππος που ο παπάς τον βάφτισε Αρίων
αλλά όλος ο κόσμος τον φώναζε Άρε Μάρε ή Μαρέ
και καμιά φορά μαυράλογο
αυτός λοιπόν λέει ενίοτε
εξέπεμπε ανθρώπινη λαλιά
προλέγων τον θάνατο
όπως εκείνον του Αρχεμόρου.
Αφού που λέτε βεγγερίσαμε με τον εξάδελφο
και τον φιλέψαμε μάλιστα
και πετεινό με τα φλομάρια
μας το ξεφούρνισε λέει
για να χαρούμε.
Εκεί που πίνανε τα ούζα τους
με τον μαυράλογο
τα κουβεντιάσανε για μας και τ’ αποφάσισαν:
Μας τη χαρίσανε και φέτος.










ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΠΟΥΡΙΩΝ

Τάγισε Αρμόλα τ’ άγρια άλογα
το καλαμπόκι να πέφτει στο νερό
να γίνεται βράχος
με ήλιο και βροχή οι πνιγμένοι
θα ’ρθουν απ’ τον παγωμένο κόσμο
τάγισε Αρμόλα τ’ άγρια άλογα
να πάνε καβαλαρία οι πνιγμένοι
τα παράπονα να κουρνιάσουν στις πλήθειες οπές
ο λυγμικός συγκρατημός να μη βγει στον αέρα
μες στης ομίχλης τους ατμούς
ορθέ προφήτη
μάζεψε το κρύο αίμα
που γεμίζει τις θαλασσόγουρνες
θα ’ρθουν σε λίγο με ήλιο με βροχή
οι βυθισμένες ζωές των βραχόβιων
να φυλάξουν τα οστά τους
στις χωματένιες σφύδες
θα ’ρθουν για σπόρους καλαμποκιού
στο γαλάζιο φως
για μια χειραψία
για βόλτα στον κάμπο
τάγισε παππού Αρμόλα τ’ άγρια άλογα
να στρογγυλέψουν οι κοφτερές άκρες
να ισώσουν οι νυγμώδεις ακμές
των κυκλώνειων άντρων
με ήλιο με βροχή θα’ ρθουν
στα λίθινα κονάκια
στις πέτρες του νερού
μάζεψε τις σπασμένες κνήμες
κλείσε τ’ απορημένα μάτια τους
αέρωσε τα βαριά πλεμόνια τους
τάγισε τ’ άγρια άλογα Αγιαρμόλα
με ήλιο με βροχή οι θαλασσοπνιγμένοι
στην αμφίβια γη
για μια βόλτα
για μια μπουκιά
εσύ μπορείς
εμείς δεν μπορούμε.







Ο ΜΠΛΕ ΠΙΘΗΚΑΣ

Πιοτό στα πεταχτά
εσάνς χημικού γλυκάνισου
στο καντίνι κούρδισμα και γιούργια
πόδια μηχανικά
από φυτό κι από μπαμπούν
τους βάτεψε ο μπλε πίθηκας
ο κοκκινόκωλας
κρυφίως
πάνω σε σημαιούλες
πετούν ιπτάμενοι χαλίφηδες
πρόσω ολοταχώς
με κραυγές με ουρλιαχτά
με χοροπηδητά
στων μουσκεμένων ρητορειών
την πλατεία
οι αείσιτοι εν πρυτανείω
θα ευλογήσουν τις γονές καμποτίνων
και θα βάλουν κλήρον Ερμού
αμπολητοί δραπέτες
των δακτυλίων του Κρόνου
σκόνη χώματα μπάζα
κι αέρας εμφιαλωμένος
στο τέλος μόνο η μουτζούρα κι οι στάχτες
απ’ τα καμένα θέατρα και τα τοπία
απ’ τη φωτιά πάντα γλυτώνουν
οι σάλιαγκες
κι οι μάλιαγκες.











ΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΚΟΥΔΑ

Τώρα στα μαύρα ρούχα
κρύα φλόγα σε φηκάρι
καλαμπόκι Σεπτεμβριανό
μον’ να θεοπροπώ κι ας μη μ’ ακούνε
εδά είμαι γέρος
δόξα σοι ο θεός
νόθα αδέρφια του Τάλω
πήρατε μόνε τη σιδεριά
και την οξείδωση
ν’ αφήνετε τις πόρτες ανοιχτές
για να στεργιώνει ο τοίχος
πορέψτε τουλάχιστον
ταγή για την αρκούδα
μεράδι της
σα σας πατήσει στα νεφρά
να γιάνετε.








ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΤΣΙΚΗΣ

Βότσαλα κι αγκάθια
λευκά άνθη στα κράσπεδα
καβούκια χελωνών προϊστορικά
σκουριασμένες μανέλες λατομείων
σιωπή με τα φτερά ανεμόμυλων
άνθρωπος θα πει κρύο νερό
θα πει λευκά της μάνας μου σεντόνια
καλημέρα γείτονα
όλοι θα καπνίσουμε καπνό θύου
μέσα σε σφαίρες αδειασμένες
από μπαρούτι και μολύβι.

















ΠΑΛΣΑΡ ΘΝΗΣΚΩΝ

Έρχομαι απ’ την καρδιά του Κάβουρα
κόκκος εκρηξιγενής
του κόκκινου υπεργίγαντα
προϊόν είμαι επιθανάτιας διάλυσης
θα τελευτήσω την οίηση
της μυρμηγκοκαρδιάς σας
οι πομποί που στήσανε
έπιασαν τους σφυγμούς μου
τριάντα συν πλην
δεν είμαι δρομέας μεγάλων αποστάσεων
είμαι ένας πάλσαρ θνήσκων
ότι ήταν να σας πω το είπα
γεια σας και χαρά σας.





















PAX TELEVISIANA

Στα κίτρινα νερά
αναδύθηκαν οι κρύες κεφαλές
αρχιευνούχων του Ξέρξη
τραβήχτηκαν πετάσματα
απ’ τα ουράνια ως τη γη
οι άνθρωποι της ξερολιθιάς
έβαλαν τον τζετζερέ στην πυροστιά
μα δεν θα κάμουν γάμο
της Κασταλίας νύμφης
αυτή επιμένει για καλόγρια
χωρίς να πιει νερό
απ’ τις εφτά κρήνες των λεόντων
τροφή σε λίγο απ’ το βάλτο
θα ρίξουν τους πεζόβολους
χτικιάρηδες βαθράκοι
κοκκινοσκέληδες του γένους τάνγκα
και οι μεταλλαγμένοι ζάγδαροι
δε θα γινούν φρικιά ως τους αρμόζει
δε θα πυροβολούνε
έγιναν οικειοθελώς συμβασιούχοι
ταΐζουν κόπρανα το μισερό εγώ τους
συμμετέχοντες στις τελετές
λιθοβολισμού πρωτομαρτύρων
ως φωνασκοί.











ΣΑΤΟΥΡΝΙΑ

Τα τέσσερα μάτια της Σατούρνια
σε βλέπουν μέρα νύχτα
γεμάτα απορία
γεμάτα δηλητήριο
βήμα μπροστά και βήμα πίσω
κάψε το φούρνο να βρεις σωτηρία
ψέματα σου είπε η μάνα σου
ψέματα σου είπε κι η μαμή σου
αυτή είναι της πέτρας της πυράς
είναι αερικό που έρχεται
απ’ τη φωλιά των ηφαιστείων
και δεν τη λένε Πεταλίδαρο
αλλά Σατούρνια Πίρι.













ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΕΡΑΝΟΣ

Είμαι ένας άνθρωπος της ερήμου
βεδουΐνος της πόλης ανάπηρος
άνθρωπος γερανός
με σιδερένιους αρμούς
μπασδέκες γάντζους και αρπάγες
με συρματόσχοινα και τροχαλίες
έχω ψηλό λαιμό
έχω τη μπίκα όρνιου
κοιμούμαι στην αρμύρα
και μου μιλούν οι άγκυρες
φορτώνω κάρβουνο και θειάφι
πετάω χύδην λίπασμα
στις τσιμεντόπλακες ματαίως
μολύβι τ’ ασάλευτα πόδια μου στο ντοκ
το κεφάλι μου χορεύει στον αέρα
χορούς φωτιάς
παραγγελιά
απ’ την αδερφή μου
υψικάμινο
ταξίδι στα Κύθηρα
πώς να πας με τέτοια πόδια
και μ’ ένα σκυλοπνίχτη ακάθαρτο.









ΕΠΙΝΙΚΙΑ

Ο καπνός μας βροντά
και τα χρώματά μας τυφλώνουν
θα χορέψουμε με καπιστράνα στο στόμα
στα σαθήρια
παρέα με τσαλαπετεινούς
θα κρεμάσουμε το κροκοδειλένιο πετσί μας
αφού μας γδάρουν
στις αμυγδαλιές
φτωχούλα με τον ταβά στην κεφαλή
πάρε πόζα για φωτό
μπρος στους κοντοβρακάτους
μετέωρο βήμα στο έρεβος των σεραφείμ
ντράγκα ντρούγκα τα όργανα στα σοκάκια
ανεμίζουν οι σημαιούλες
και οι δικέφαλοι αητοί στις εκκλησιές
ψεύτικα γυαλάκια στον αφαλό
κομποσκοίνια στους καρπούς
και κρεμαστάρια στο λαιμό
μπαμπουνοπίθηκα γέμισαν τον τόπο
προσκυνούν νεογέννητα άστρα
πίνοντας μπλε νερό
κάτω από μπλε αντίσκηνα
στην πλατεία των οστρακισμών
θα φέρουν κουτόχορτο και τρέξτε.













ΑΕΡΑΣ

Αέρας καταβάτης γερός
αέρας χοντρός
αέρας φίλος
απ’ τις λευκές κορυφές
στους κίονες της Μεγάλης Λέπτιδος
και τον καθαρό άμμο των ερήμων
έφερε Μέδουσες Νύμφες Γοργόνες
και τα παιδιά των μπαμπακιών
αινίγματα άλυτα τραυματισμένα
φυσάει για ν’ ανάβουν οι φωτιές
στις μαντεμένιες ξυλόσομπες
ένα τσιγάρο
ένα καντηλάκι αναμμένο
μια φορά κι ένα καιρό
τώρα για το θεό
αδειάστε τις τσάντες των παιδιών
σώστε τα απ’ τα γράμματα
μια και για πάντα.









ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη φίλη μου Λίτσα Πανταζή

Μη βλέπεις στην εικόνα
την άσπρη αλογατάρα την ψηλή
τα άλογα του Αγίου Γεωργίου είναι κοντά
γεροδεμένα μεν
αλλά εργατικά κακοτερένια
είναι σταχτιά ή ασπρόμαυρα
κοκκινωπά καμιά φορά
ποτέ λευκά
δεν έχουν σέλες μα σαμάρια
άντε κανένα χρέμι
από αυτά που ύφαινε
η Παναγιωτίτσα
τα άλογα του Αγίου Γεωργίου
τρέχουν σε χωματόδρομους
που χάραξε το αίμα
του δράκου που τον λέγαν Φόβο
και κουβαλούν ολημερίς
κοφίνια με σταφύλια
στάρι μες στα σακιά
δεμάτια με γεννήματα
τον κακομοίρη τον Άγιο Γεώργιο
ποτέ δεν του έδωκαν άλογο
ψηλό λευκό λουσάτο
πάντα τον είχαν για φαμέγιο
τώρα εκ των υστέρων
για να τον καλοπιάσουν
του ζωγραφίζουν τέτοια άλογα
πα στις εικόνες
ο Άγιος Γεώργιος που είναι παιδί τζιμάνι
τα κουρασμένα άλογά του σα γεράσουν
δεν τα πουλά στους γύφτους για κονσέρβες
αλλά τα κάνει τιμής ένεκεν
ολόασπρα πετρώματα
από αυτά που στα βουνά
βγάζουν ασβέστη
και δεν ξεχνάει τα χουνέρια
που κάποτε του έκαναν καμπόσοι
γι’ αυτό ο Άγιος Γεώργιος
ποτέ δεν ξανασκότωσε
το δράκο.








ΠΑΛΙ ΑΡΓΑ

Αργήσαμε λιγάκι πάλι ως θηρευτές
μας περιμένανε την εποχή των δεινοσαύρων
για ένα καφεδάκι που κάτσαμε να πιούμε
πέταξαν μακριά όλες οι χρυσαλλίδες.












ΤΟ ΤΡΑΜ

Στους ξερόλακκους χορεύουν
κάθε καλοκαίρι
όλοι οι γέροι κι οι γριές
το χορό της βροχής
με κατσώνες και μπαστούνια
και τώρα τελευταίως με τραμ
ύστερα φωνάζουν ότι κουράζονται
οι κωλόγεροι.









ΚΑΥΣΩΝΑΣ

Σε ένα ριζιμιό βράχο
στα όρη
θα γίνω μια βούλα χαραγμένη για τον καιρό
ζώο για γονιμότητα
θα γίνω άνθρωπος να σταματώ τη μοίρα
θα γίνω βραχογράφημα με ημερομηνία
αυτό μάλλον θα ειν’ το μόνο
έργο μου που θα μείνει
τι κάθομαι καλοκαιριάτικα
και γράφω σαν ανόητος!








ΓΡΑΪΔΙΑ ΣΤΟ ΣΚΛΙ

Τι αντιτεχνώνται καλέ
τα γραΐδια που κάθονται στο σκλι
και ψουψουψού και ψουψουψού
μετά τη μούντζα της Μαρίας
κρυφά γυρίζοντας το χέρι
πλην αυτά την αντελήφθησαν
γιατί λέει γέλασαν
που πέρασε μπροστά τους
γυρίζοντας απ’ τα μπάνια με το στρινγκ;
Τι αντιτεχνώνται;









ΟΔΟΣ ΟΞΟΥ ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΟΣ

Ευδία στην επιφάνεια οίνου
ως καλοκαιρία νταμιτζάνας
θυρσομανούν τα μυκήτια ολούθε
αλλά εκεί μέσα τίποτα
κλειδαριές κι αμπάρες χημικές
ο την καρδίαν ευφραίνων
ως τραχανάς φυλάσσεται
με ιαβέρεια μέτρα.









ΝΥΚΤΟΝΑΣΤΙΑ

Οι καρφοποιοί μετητάχθησαν
εις φύλακες χαμαιτυπίων
λοχίτες αγγρισμένοι
και ως χειμερινοί καρποί άγριας συκιάς
προβάλλουν θώρακες
προβάλλουν μαλαφράντζες
κάνουν χαλάστρα
ακατάλληλοι τελείως
για τη θέση της νυκτοναστίας
ακατάλληλοι
τι να λέμε τώρα.








ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Αλείφτηκαν με έλαιο για τα καλά
οι σύντροφοι παλαιστές
πάνε και τα λέπια της ψωριασικής αρθρίτιδος
μα είναι άνθρωποι αυτοί να τους βάλεις στο σπίτι
ε όχι
άλλο οικειότης άλλο επιμειξία
μη βλέπεις αυτοί είχαν δικό τους το χασάπη
που έκοβε και έραβε τη λέξη «οαριστής»
όπως του κάπνιζε
σαν ήθελε την άφηνε ακέραια
να τη βάλεις στο φούρνο
να τη φας ως φιλία
ή την έκοβε έναρθρη στο «της»
και καταλάβαινες ακούοντας «κάποιος Άρης»
ή κατά το γούστο του τρία κομμάτια
«ο» «αρ» «ιστής»
σαν να λέμε ο γάιδαρός μας ο καφεδής
που τον φωνάζαμε αρ αρ αρ
σηκώθηκε όρθιος
ή ξεθηλύκωσε ο άτιμος.












ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Το αλάτι πέρασε στα οστά
ψάχνοντας για το χρυσό στο Ελντοράντο
στα βουνά των ανυπόταχτων
το χιόνι όλο και λιγοστεύει
αφήνοντας ακάλυπτες τις Αχίλλειες πτέρνες
και την είσοδο στο «μάτι του Άδη»
στη χώρα της Στυγός
απ’ τον τεπέ του καμινιού
που καρβουνιάζουμε τον παλιό εξοπλισμό μας
αγναντεύουμε το «δούρειο ίππο»
φτιαγμένο με λαμαρίνες ραβδωτές
πέτρινοι σταυροί
πέτρινες κλίνες
στο ταξίδι με τα κόκκινα πανιά
και μεις με τις σωβράκες
βουτάμε στα βουρκόνερα
δραπέτες τα αγάλματα
άθικτες μόνο οι πέτρινες πατημασιές τους
γούρνες για να ποτίζουν ζωντανά
έξω απ’ τη σπηλιά του Κακαράπη
στ’ ασκηταριά του βορρά τ’ ανεμόεντα
τα κυπαρίσσια κρύβουν το μπόι τους
κι οι αροδάφνες βγάζουν φαρμάκι
σε πολύχρωμες σημαίες
μαύροι εμείς
μαύρες και οι σκιές μας
κάτω απ’ τον «ήλιο του μεσονυκτίου»
που διαρκεί αιωνίως
με ένα μπόγο ξενιτιάς
στην πλάτη
συνεχώς.








ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΟΡΝΕΙΟ ΣΤΑ ΘΕΡΜΑ ΛΗΜΝΟΥ ΜΑΖΙ ΜΕ ΚΟΠΕΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΟΜΗΝΙΚΟ

Του έγνεφαν ώρα οι γερανοί του Ιβύκου
αλλά αυτός αχάτης αδιαφανής χαλκηδόνιος
δεν έπαιρνε φως στον πυρήνα του
και παρ’ όλο που είχε συγγένειο
και με τον Ουρανό και τη Γαία
πάντα ήταν ξένος σ’ αυτή τη γη του Νότου
αυτός Σκύθης της αρχαίας φυλής Ιππημολγών
κατέβαινε απ’ τις Σαρδές
και δάμαζε άλογα για τον Ποσειδώνα
να παίρνει ο σκατόταφος τη δόξα
δε γνώριζε για τον ιραδέ του σουλτάνου
προς το λαό
να συλληφθούν όλοι οι καρποφάγοι των βαλανείων
να λείψει στο μέλλον η ράτσα
αυτών των φυσιοκρατών
κι όταν ήρθαν εκατόνταρχοι και εσατζήδες
με κατραμισμένα σχοινιά και χλωροφόρμια
αυτός βελούδο εκ μετάξης
σήκωσε μανουάλια
σήκωσε οσμή τράγου
κατά την περίοδο οχείας
αλλά αυτοί δε μάσησαν
και τους πρότεινε πάσαν καλπουζανία
και ότι έξυπνοι άνθρωποι είμαστε και σάλια μπάλια
κι όταν δεν ξαναμάσησαν
αυτός νόμισε
ότι έχει μπροστά του τσοπανέρια
τους ντριπλάρησε σαν τον Κρόιφ
άνοιξε φιαλίδια και κατάπινε καψούλες
προελεύσεως πολυετούς πόας χωρίς βλαστό
με ρίζα παχεία σαρκώδη συνήθως δισχιδή
παρέχουσα αμυδρά ομοιότητα
με το ανθρώπινο σώμα
με μια κουβέντα Μανδραγόρα
και φωνάζοντας ζήτω η αναρχία
έπεσε αίφνης ξερός
μυδριατικός
πεθαμένος και καλά
όμως οι του συρφετού μπάτσοι και κωλόμπατσοι
έχοντες θητεύσει στη μάκενα παλαιόθεν
του βάρεσαν κάμποσες κλωτσές επιτόπου
και τον πήγαν δέσμιο στο άλφα ταυ
για να δει πόσα απίδια παίρνει ο σάκος.









ΚΑΡΙΕΡΑ

Υπερακόντισα στο στάδιο
και βρήκα τα υπόγεια ύδατα
ως υδροσκόπος
κάλυψα τα μάρμαρα και τις επιγραφές
συνειδητά εσκύθισα
περνώντας μέσα από σπασμένες γρίλιες
μετατρέποντας σε ξύλινα τοτέμ
τις σκεπές των ανεμόμυλων
δηλητηρίασα το Σιλεντάριο
αύριο έχουμε τον περίδειπνο
σταμάτησα στο γήπεδο
τις τσουβαλοδρομίες
σημάδεψα με σφεντογόνα
αυτόν που ανέβηκε στο δώμα
και φώναζε
ο καλαϊτζής ο καλαϊτζής
και τώρα
δικαιούμαι να καταμετρήσω
τον βαθμό άνοιας θνήσκοντος λιθοξόου
και να μελετήσω
τα αίτια φαλαγκριασμού των νέων
αφού
έλαβα διαπίστευση
ως προεξοφλημένος ρήτωρ
και ιπτάμενος προφήτης της αύριον.













ΠΑΛΑΙΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ (ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΠΡΙΝ ΤΟ 1965)

Στον αδερφικό μου φίλο Νίκο Βλαχόπουλο

Οι γεραιοί αρμοί τους
έχουν το μάτι της λαλούσης δρυός
κολλημένο με κυανούν λίθο
που νύκτωρ κλέψανε
από αρχαία γανωματζίδικα
γι’ αυτό δεν πιάνουν οι κατάρες
των μαγγανευτών
του οίκου των υπηρετών
και των αρχιτρικλίνων
αφού αυτοί γιοι Κενταύρων νεκρομάντεων
σταυραδερφοί Λημνιών ψαράδων
και μελισσουργών
ανοίγουν πηγάδια και χτίζουν ξωκλήσια
αντίς να ιδρύουν Καισαρεία
και ντουχιουντίζουν
πώς να φιλιώσουν με το θάνατο
να σπάσει το διασάκι.










ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ «Η ΓΑΛΗΝΗ»

Ο γονιμικός δαίμων Ενιαυτός
πήρε πάλι το καφεδάκι του στο νεκροταφείο
με όλους τους πεθαμένους
και με ανδρόγυνους Σκύθες πολεμιστές
που τους πληρώνει
με Ώρες, Μέρες, Νύχτες
και ταχτικά στέλνει το Μήνα
να φέρει χασίσι ντόπιο
τους καλοπιάνει
να μη συλήσουν το καφενείο – ενηβητήριο
που έφκιαξαν με χίλια βάσανα
μαζεύοντας κομμάτι – κομμάτι τον Άψυρτο
και εξαργυρώνοντας τη Μήδεια
που είχε πάρει φόρα
και γέμιζε με μαύρες μανάδες το γήπεδο
εν τω μεταξύ θαμώνες πεθαμένοι
πιάστηκαν στην πρέφα για ένα λεξικό
και μοίραζαν την έννοια
της λέξης «ανενδεής»
και της λέξης «ανενθύμητος»
ώσπου ο καφετζής που τον λέγαν Μπρούντζο
τους είπε να σκάσουν πια
και τους κούνησε απειλητικά
τη λέξη «ανεμώλιος»
κι αυτοί μούταξαν
ξανάγιναν Ορύκτες και Σκεπτικοί
τούτη η ιδιότης τους βόλευε όλους
καθώς μπορούσαν οι συγγενείς τους
να μαζεύουν αμέριμνοι
σύκα απ’ έξω από τον πέργιορα
και τους ίδιους να μην τους ενοχλούν
παρά μια φορά την εβδομάδα και βάλε
που ανάβουν τα καντήλια.








ΔΡΟΜΟΣ ΑΤΣΙΚΗ – ΠΡΟΠΟΥΛΙ

Γραμμή τραίνου χωρίς τα βαγόνια
χαμένη στη γυάλινη σφαίρα της μάγισσας
που τη λεν Διαλεχτή
στους αγρούς έστησαν σκιάχτρα
με ερυθρές πανοπλίες
και τραγοτόμαρα σε σύρματα που σκουριάζουν
να πάρουν τη δόξα του σκαιού καβαλάρη
στο χορό παραγεμισμένων δαιμόνων
θα μπεις με το ζόρι
και θα δεις με τα μάτια της κούκλας
τους ηλίανθους και τα καλαμπόκια
ν’ ανθίζουν
οι καλοί άνθρωποι παίζουν κουτσό
πάνω σε σανιδένια γεφύρια
και γυρίζουν μύλο τρομύλο
τον ήλιο που δύει
στη ράχη της χήνας
αστέρια κίτρινοι γίγαντες
δραπέτες μακρινού γαλαξία
κρυμμένα μαζί με σπουργίτια
στις ξεροτρόχαλες εκκλησίτσες
το μαγκάνι κι η κόχλερ
ο ξυλένιος τροχός – νόρια
ο ξυλένιος σταυρός μας
όλα της γης
στο δισάκι έκρυψα
ένα κόκκο σταριού
για καλό και κακό.









ΚΑΚΑΝΟΙ

Στο γιατρό Μάκη Χάγιερ

Στις κόκκινες φωτιές τις αμήχανες
τσιτσιρίζουν και χάνονται
νεανικά χαμογέλια.
Παλιά ρολόγια ακόμα χτυπούν
ώρα γεννήσεως κι ώρα των χαίρε.
Ορτανσίας αιολικά δάκρυα
αρδεύουν τα φυτώρια της νεκρής φύσης
και τα λίθινα εργαλεία φυλάνε
στην κνεφαία καρδιά τους
ήχους ερειπωμένων λαδόμυλων.
Στα απάνεμα σπίτια μας
ζυμώνουμε άρτο
με κεραυνούς και αστραπές
φθινοπωρινών καταιγίδων.
Στο ηλιοβασίλεμα καταφτάνουμε
καβαλάρηδες των νετρίνων
για να φέξουμε την αόρατη
σκοτεινή ύλη του σύμπαντος
να ατμίσουν οι καυτοί άνθρακες
στο άσπρο πετσί μας
όσο οργώνουμε αλιστράτες
κραιπνοί υποφήτες
άνθρωποι φώτες
εσαεί.















ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Στον παιδικό μου φίλο Φώτη Κιουρανάκη

Τα φαντάσματα όταν γερνούν
κρύβονται μέσα στα κουφόβουρλα
αναμένουν καιρούς και καιρούς
μέχρι να κρυσταλλωθούν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα
μέχρι οι μαύρες σκάλες να φτάσουν στην κορυφή
μέχρι τα πρόσωπά τους να εμφανισθούν στον πάγο
τότε ένα - ένα βγαίνει με το χρώμα του
με τη δική του αξιοπρέπεια
και σαν μικρά παιδάκια
παίζουν με τα παπύρια και τις χελώνες
πιάνουν νεροφίδες με καλάμια
στήνουν παγίδες στα οργωμένα χωράφια
για σπουργίτια και γερακάρες
κανείς πια δεν τα ενοχλεί.









ΣΤΑ ΜΠΑΜΠΑΚΟΧΩΡΑΦΑ ΑΤΣΙΚΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΜΗΝΑ
Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΓΥΡΗΣ
ΓΝΩΣΤΟΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΚΥΝΗΓΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΓΡΙΑ ΠΟΥΛΙΑ


Έπεσε σιγή σε όλη την πεδιάδα
ο κυνηγός τα σάστισε
οι σπείρες των φυσιγγίων τρεμούλιασαν
τον πυρωμένο πυρήνα του
μια λευκή ζώνη αερίων
έκοψε το προφίλ του στα δύο
ένα φωτοστέφανο
από αμυδρά ηλικιωμένα πυροκλαστικά πετρώματα
κι από διάσπαρτα σφαιρωτά σμήνη
αρχέγονων φωτοκυττάρων
άρχισε να ξεθωριάζει
ενώ έσβηνε κατά ριπάς
ζαλίστηκε για λίγο
έκαμε μια ολόκληρη στροφή
γύρω απ’ το μαγματικό του κέντρο
και αίφνης
η γαλαξία οδός των αρχαίων
φώτισε σαν αστραπή το πρόσωπό του
κατάλαβε πως έρχεται αστρική καταιγίδα
άντε να πηγαίνουμε σιγά – σιγά σκέφτηκε
είχε πολύ δρόμο ακόμα
ως τον Άλφα Κενταύρου
από κει θα έβλεπε τον Ήλιο
ένα ακόμα πρόσθετο σταθμό
στο αναποδογυρισμένο Μ της Κασσιόπης
και δεν είχε σκοτώσει ακόμα
ούτε ένα ορτύκι
δε βαριέσαι μονολόγησε
γι’ αυτό υπάρχουν οι μαντρίσες
χοντροκώλες βιονικές όρνιθες
των γιαλαμαδοτζιγγινέδων
αν κι αυτός προτιμά
αυτές του Θεοδόση.










ΠΑΛΙΟ ΣΚΑΦΑΝΔΡΟ

Βυθισμένα άλμπουρα – σταυροί
με σηκωμένα χέρια
στον ύφαλο των πολλαπλών θανάτων
φουντώνουν την έπαρση κοχυλιών
που ετοιμάζονται να πάνε εκκλησιά
για τη δευτέρα ανάσταση.
Στα καρνάγια των σκελετών
και στις πεζούλες της μπογιάς
αλίβαπτοι ράτσας Πελασγών
βράζουν με τις μέρες ένα κόρακα
στον γαζοντενεκέ
και κρεμούν στο ικρίωμα
τη νεκροκεφαλή ενός σκύλου.
Όλο το δέρμα καρφωμένο με σύρμα
χρόνια τώρα ξετυλιγμό δεν έχει
στην εφημερίδα ένα ματωμένο κεφάλι
τα παράλυτα πόδια τους
θα χορέψουν χασάπικο.
















Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΤΡΟΠΟΣ

Ποντίζουμε τη σπεράντσα στο όρος
και θυσιάζουμε το μαύρο κόκορα
ανοίγουν παράθυρα στις πυρίμαχες πέτρες
και σκαλωσιές τυφλές
βήματα γερενέ
για ιερά ανάληψη
δαπάνη για εξαπτέρυγα δεν εγκρίνεται
ο σκύλος θέλει βιολί
να σταματήσει το γαύγισμα
τρομάζει η σκιά κρεμασμένων σεντονιών
στον αέρα
ο ήλιος με το μάτι το τρίγωνο
ζεσταίνει πρωτόπλαστους τσοπάνηδες
που βόσκουν κόκκινα άλογα
και κόκκινες βακτριανές καμήλες
αξύπνητος ο μαρμαρωμένος βασιλιάς
με τέτοια απλωταριά στο αλώνι
και τέτοια ζέστα καλοκαιριού
δεν έχουμε άντρες για πέντε εφόρους
τους πήραν οι Αυστράλιες
μα η πόλη δε θα πέσει
από έλλειψη νομισμάτων.









20/7/1979

Στο ναυάγιο τόπο
επιπλέει το περίφημο κουπί
και τα παράσημα των χερουβείμ
το μαύρο μάτι σου
καπνίζει ακόμα οπή θειωρυχείου
μάτι τρελού ρινόκερου
έδωσε πυρ στη νάφθα
ληστή σικάριε του γένους των ληστών
τρέχα τώρα στο ορεινό σου κατοικήργιο
τα ματωμένα ράσα
πετροβάτης του ύψους
μονόχνωτος
χαφιές
φονιάς
προφήτης.














ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΣΩΣΩΣ

Σκέλεθρα καρχαλέα μπαρούτι
από παλιούς μποχτσάδες στις πλάκες με βρόντο
για λίγο νερό για δροσίτσα
σα θα’ ρθουν οι Κένταυροι τοξευτές
της ακολουθίας του Κρόνου
να βάλουν μπροστά να ανθίζουν
τα ηλιακά τους ρολόγια.
Καβαλάρηδες στα βήματα πηγαδάδων
άσπρες ομπρέλες
αιματία βροχή
διαλαλούν γεννητούρια
πρωτόγαλα
αντί στείρο κληδόνισμα
εξόδιων θυοσκόπων
που αμολάρουν αητούς και σταχτόχηνες.
Ναυαγιοδύτες κρυμμένων σκιών
της νέφθυος τέκνα
Επίφρονες βαφτισμένοι
βρίσκουν άρτο ζεστό
κρασί καλαμπάκι
σε παγωμένα αμπάρια.







ΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΕΣ

Δεν πάει να πει
ασφαλής όρμος βορείων παραλίων
που λεν τα λεξικά
πάει να πει επίκληση θεών και γιουχάρισμα
την ώρα που οργώνουμε τη λάσπη
κατέβα απ’ τα σύννεφα αν είσαι άντρας ρε
πάει να πει το μέρος
που θάβουμε τις κεφαλές της Λερναίας Ύδρας
αυτό είναι γραμμένο
σε όλα τα ιωνικά ημερολόγια
το «ελλεβόρου δείται»
που λεν για μας χαμένοι
το μάθαμε και μας αρέζει
εμείς Κορύβαντες φυτρώσαμε απ’ τη γη
νυκτάλοπες εκ γενετής
δουλειά μας εξόν απ’ το ζοβγάρισμα
η φύλαξη των τυμπάνων.







ΤΟ ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΑΚΙ «ΓΙΑΤΡΙΝΑ»

Το αεροπλάνο το Σάββατο σε βγάζει κατ’ ευθείαν
στην αυλή με τους καφέδες
στη μάνα υπεργίγαντα
με το έντονο ερυθρό φως
εκεί ο ασπρονάνος Βενέτα δεν ακτινοβολεί
είναι κρυστάλλινο άψυχο στερεό
που διαβάζει το παρελθόν
στο πατρικό σπίτι δουλεύει ακαταπαύστως
η μηχανή του χρόνου
ένα έτος φωτός
ίσον λίγα κορναρίσματα και γέλια
συνήθως περνά ο Ωρίων πάνω στην τρίκυκλη
αστερισμός και γυρολόγος
βροντά κι αστράφτει όλη η γειτονιά
το παχουλό παιδάκι του στον ώμο
Μπετελγκέζ ή Δημητρός
είναι άρρωστο
πάσχει από έλλειψη υδρογόνου
θα γίνει με τον καιρό
ένα δεντράκι στην αυλή μας
με κίτρινα λουλούδια χωνάκια
που το λένε «γιάτρινα».








THEO

Πέρασε πάλι απ’ το κτήμα νυκτερωπός
ο ασκημένος τοξότης με το μαύρο καπέλο
την ώρα που καίγαμε σφάγια σε εξιλεωτικές θυσίες
και αντλούσαμε τα υπόγεια ύδατα των εκμιαντών
άλλοι πασπάλιζαν θολοστάχτη γύρω τριγύρω
να μαραθούν οι αψυχάρες
άλλοι φορούσαν χάλκεον κράνος και πάλλιον
τελοσπάντων όλοι βιαζόμαστε για τον εσπερινό
κοντοστάθηκε και χαιρέτησε
ένα καφέ είπε τον πίνω
από δω είστε τι επαγγέλεσθε
ρωτήσαμε με τρόπον κάπως απροσδιόνυσον
εξ Ηπείρου κι από επάγγελμα τίποτα σπουδαίο
βαρκάρης και κυνηγός
τώρα φυλάω ένα γέρο εδώ πιο πάνω
πλύσιμο ξεσκάτισμα τα γνωστά
εγώ τον κρατώ ζωντανό
τον ξέρετε παλαιόθεν
τον λένε Theo.














ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ – ΣΧΟΛΙΑ


Ανάκαρδα προχωρώ σ’ αυτές τις λεγόμενες επεξηγήσεις. Η ποίηση είναι σαν μια επαναστάτρια αναρχική ωραία γυναίκα. Ακόμα κι ασκημομούρα να είναι, έχει χαρακτήρα. Τα μυστικά της είναι τα θέλγητρά της. Το μυστήριο, το κρυπτικό, το ανεξήγητο είναι το άρωμά της. Αλλά απ’ την άλλη, άνθρωπος είσαι, δε θέλεις ένα νεύμα της, ένα χαμόγελό της, να δεις και συ πού το πάει; Θέλεις. Προσωπικά, θεωρώ ότι κατά τη γραφή των ποιημάτων είχαν γίνει τα βήματα που χρειάζονταν σε μια πορεία «ελεγχόμενου» ή αν θέλετε με «συγκεκριμένη δοσολογία» σουρρεαλισμού.
Τέλος πάντων και επειδή πολλοί μου λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι γράφω, έβαλα αυτό το… λυσάρι, πλην σε δόση…φαρμακείου. Ίδωμεν.



Άγιος Φανούριος
Το παιδικό πρόσωπο του Αγίου Φανουρίου στην εικόνα συγχέεται συνειδητά με το παιδικό πρόσωπο του αδικοχαμένου αδερφού μου Βασίλη, που σκοτώθηκε σε ναυάγιο σε ηλικία 24 ετών. Απευθυνόμενος στον Άγιο Φανούριο, μιλώ με το χαμένο μου αδερφό.
Λιθάρι του Δευκαλίωνα. Το χάλκινο γένος των ανθρώπων εξαφανίσθηκε με τον κατακλυσμό. Ο Δευκαλίων ρίχνοντας προς τα πίσω πέτρες έφτιαχνε άντρες, ενώ η Πύρρα ρίχνοντας πέτρες έφτιαχνε γυναίκες.
Κλίκια. Κυκλικά κουλούρια, που τα ζύμωναν οι γυναίκες στη Λήμνο μαζί με τα ψωμιά. Ήταν τα πρώτα που έβγαζαν απ’ το φούρνο και φίλευαν συνήθως τα παιδιά που περίμεναν με ανυπομονησία.
Καρπασινόδρομος. Ο δρόμος Ατσική – Καρπάσι στη Λήμνο, όπου παλιότερα γινόταν η λεγόμενη «βόλτα», δηλαδή το νυφοπάζαρο.
Κιτρινοπούλια. Μεγάλα κίτρινα πουλιά, που κοίταζαν τη νύχτα στα δέντρα και τα κυνηγούσαμε σαν παιδιά τη νύχτα με φακό και σφεντόνα.
Σκαμνιές του Μιλτιάδη. Μουριές στο κτήμα του Μιλτιάδη, στην Ατσική Λήμνου.



Εντός
Τζγιέρια. Τα σωθικά, τα σκώτια.
Μπάμπουρας. Μαύρο σκαθάρι που βγαίνει τη νύχτα.
Κνικάτη. Κόκκινη.
Καλδέρα. Ισπανική λέξη που θα πει λέβητας. Μεγάλος λεβητοειδής κρατήρας ηφαιστείου.


Λευκά χαρτιά
Λευκά χαρτιά. Ο αγώνας αλλά και η ανημπόρια πολλές φορές να γεμίσει ένα λευκό χαρτί. Ο Αζίζ Νεσίν λέει ότι οι παλιοί Τούρκοι θεωρούσαν το γραμμένο χαρτί και το ψωμί ιερό και αν το έβλεπαν στο δρόμο πεταμένο το έπαιρναν στο χέρι, το φιλούσαν και το έβαζαν σε μια κόχη, σε μια τρύπα στον τοίχο κλπ. Αυτό το κάναμε και εμείς σαν παιδιά, αλλά μόνο για το ψωμί. Τώρα που μεγάλωσα κατάλαβα πόσος σεβασμός πρέπει σε ένα γραμμένο χαρτί.
Ερεμνά. Τα σκοτεινά, τα ερεβώδη.
Πέργιορες. Οι ψηλοί φράχτες.



Χιόνι
Βόντενες. Πεπόνια που βγάζαμε τη Λήμνο, μακρόστενα, λευκά με μια πρασινωπή απόχρωση, με λεπτό άρωμα και ωραία γεύση, που συνήθως ήταν όψιμα και ξέμεναν μέσα στα χωράφια μέχρι το μάζωμα του μπαμπακιού το φθινόπωρο.
Τσουτσουφιά. Τζιτζιφιά.



Αμμωνίτες
Αμμωνίτες. Τεράστια σαλιγκάρια, που έζησαν πριν τετρακόσια εκατομμύρια χρόνια και τώρα βρίσκονται μόνο ως απολιθώματα. Πήραν το όνομά τους από τον Αιγύπτιο θεό Άμμωνα, ο οποίος παριστάνεται με κεφαλή κριού με περιελισσόμενα κέρατα.



Η κατάρα
Νιάμα. Το χωράφι που δεν οργώνεται για να «ξεκουραστεί». Στα νιάματα φυτρώνει χορτάρι και ο κάτοχός του για να δείξει ότι το νέμεται καρφώνει μερικά καλάμια στο χώμα, σαν σημάδι, για να μην το βοσκήσουν άλλοι.
Άργης. Ένας από τους κύκλωπες, γιος του Ουρανού και της Γαίας, κάτοχος του κεραυνού που του χάρισε ο Δίας.



Βεγγέρα
Απολλύων. Άγγελος της αβύσσου (Αποκάλυψη Ιωάννου)
Πάντα τον λέγαμε Απόλλων/και πάντα τον λέγαμε αιφνίδιο θάνατο. Ο Απόλλων κατά την αρχαιότητα ήταν η προσωποποίηση του αιφνιδίου θανάτου.
Αρίων. Μυθολογικός ίππος, γιος του Ποσειδώνα και της Ερινύος, με μαντικές ικανότητες ως προς την πρόβλεψη του θανάτου.
Φλομάρια. Λημνιακές χυλοπίτες.



Στη θάλασσα των πουριών
Τα πουριά είναι μια ακτή στον κόλπο του Μπουρνιά στη Λήμνο, με βράχους από πωρόλιθο, οι οποίοι είναι γλυμμένοι απ’ τη θάλασσα και σχηματίζουν διάφορα σχήματα και μορφές. Έχουν πνιγεί πολλοί στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έχει πλέον επιβαρυνθεί με μια μεταφυσική διάσταση.
Αρμόλας ή Ερμόλας. Ερμόλαος (Άγιος Ερμόλαος ή Αγιαρμόλας, εκκλησία στον κόλπο του Μπουρνιά).
Σφύδα. Μεγάλο πήλινο αγγείο, λίγο μικρότερο απ’ το πιθάρι, στο οποίο αποθηκεύουν κρασί, λάδι, κλπ. Την ιδέα ότι «φυλάνε τα οστά τους στις χωματένιες σφύδες», την πήρα από μια είδηση σχετικά πρόσφατη, για την ανακάλυψη κάπου στην Ελλάδα ενός παιδικού νεκροταφείου, όπου βρήκαν εκατοντάδες πήλινα αγγεία με σκελετούς παιδιών μέσα. Η ταφή αυτή είναι γνωστή ως «ταφή εγχυτρισμού», κατά την οποία ο νεκρός τοποθετείται στο αγγείο – χύτρα.



Ο μπλε πίθηκας
Από μπαμπούν. Νεολογισμός. Προέλευσης…μπαμπουΐνου.
Αείσιτοι εν πρυτανείω. Πρυτανείο ήταν το αρχείο κάθε αρχαίας ελληνικής πόλης. Στο πρυτανείο των Αθηνών υπήρχαν τα αγάλματα της Ειρήνης και της Εστίας, το άσβεστον πυρ της πόλεως και ήταν ανηρτημένοι οι νόμοι του Σόλωνος. Εκεί σιτίζονταν δημοσία δαπάνη οι πρυτάνεις, οι αείσιτοι, οι ξένοι πρέσβεις και οι διά ψηφίσματος τυχόντες της τιμής της σιτίσεως στο πρυτανείο.
Τις γονές καμποτίνων. Καμποτίνος. Παλιοθεατρίνος, αγύρτης.
Σάλιαγκες. Σαλιγκάρια. Βδελύγματα.
Μάλιαγκες. Νεολογισμός. Του ιδίου…φυράματος με το προηγούμενο.



Ταγή για την αρκούδα
Φηκάρι. Θηκάρι, περίβλημα.
Θεοπροπώ. Προφητεύω.
Εδά. Τώρα (Κρητικό).
Τάλως. Χάλκινος ήρωας της Κρητικής μυθολογίας, «πρόγονος» των σημερινών ρομπότ. Ήταν άτρωτος από πολλά, όπως φωτιά, κλπ, αλλά τρωτός ως μεταλλικός, από την υγρασία και τη σκουριά.
Αφήνετε τις πόρτες ανοιχτές για να στεργιώνει ο τοίχος. Να είστε φιλόξενοι για να είστε ευλογημένοι. Άλλη σημασία: Ανοιχτή πόρτα, λιγότερη υγρασία, στερεότεροι τοίχοι, στερεότεροι άνθρωποι, αφού ως παιδιά του Τάλω δεν ευνοούνται από την υγρασία.
Ταγή για την αρκούδα. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ακόμα υπήρχε η δοξασία ότι αν κάποιος πονούσε στη μέση και τον πατούσε εκεί μια αρκούδα, αυτός θα γινόταν καλά. Οι παλιοί θα θυμούνται τους ξεσταφνισμένους να ξαπλώνουν μπρούμυτα και ο αρκουδιάρης να βάζει την αρκούδα να τους πατήσει. Ταγή για την αρκούδα, ήταν ένα εύσχημο αίτημα του αρκουδιάρη για αμοιβή. Εδώ μάλλον είναι μια προτροπή για ανάληψη ευθυνών.



Πρωινός καφές στην πλατεία Ατσικής
Μανέλα. Μεγάλος σιδερένιος λοστός των λατόμων.
Θύον. «Δένδρον ου το ξύλον εκαίετο ως αρωματικόν ον. Ο εις θυσίαν προσφερόμενος πλακούς» (Πάπυρος Λαρούς).



Πάλσαρ θνήσκων
Πάλσαρ. Είναι άστρα νετρονίων, που περιστρέφονται σαν σβούρες εκατοντάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο και εκπέμπουν ραδιοκύματα από τους μαγνητικούς πόλους τους, σαν απόκοσμοι φάροι του Διαστήματος. Αυτά τα ραδιοκύματα, που στην πραγματικότητα είναι μια τεράστια ποσότητα ακτινοβολίας, όταν πριν μερικές δεκαετίες τα πρωτοανακάλυψαν οι αστρονόμοι, θεώρησαν ότι μπορεί να προέρχονται από μορφές ζωής που ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Αυτές οι αστρικές ραδιοπηγές αποτελούν υπερσυμπιεσμένους αστρικούς πυρήνες, που απέμειναν από μια έκρηξη ενός άλλου άστρου, μιας λεγόμενης σουπερνόβα.



Pax televisiana
Πεζόβολος. Δίχτυ στρογγυλό που ρίχνει κάποιος πετώντας το στο νερό με σκοπό να πιάσει τα ψάρια που αυτό θα σκεπάσει.
Βαθράκοι. Βάτραχοι.
Του γένους τάνγκα. Ναι, από ….βρακιά τάνγκα.
Ζάγδαρος. Πεζός, ακόλουθος εφίππου στρατιώτη, ο οποίος δεν ήταν δούλος, όμως ακολουθούσε τις διαταγές.



Σατούρνια
Στο χωριό μου, νομίζω στην αρχή του φθινοπώρου εμφανίζονται κάτι τεράστιες πεταλούδες χρώματος κυρίως καφέ – σταχτί που κουρνιάζουν πάνω στα ντουβάρια, μέσα στους αχυρώνες και στους στάβλους, σε μέρη δηλαδή κάπως σκοτεινά. Στο σπίτι μας συνήθως πήγαιναν στο καλύβι που ήταν ο φούρνος. Αυτές οι πολύ μεγάλες πεταλούδες, που έχουν πάνω τα φτερά τους σχέδια στρογγυλά που μοιάζουν με μάτια προκαλούσαν ένα δέος κυρίως σε μας τα παιδιά, όμως τις πιάναμε αφού ήταν βραδυκίνητες και τις καρφώναμε με καρφάκια στα ανώθυρα και σε άλλα μέρη και έπαιζαν το ρόλο του τροπαίου και του στολιδιού. Η ονομασία που είχαν ήταν πεταλίδαρος ή πετάλ’δαρος. Σχεδόν κάθε καθρέφτης κουρείου είχε στολισμένο και ένα αποξηραμένο πεταλίδαρο. Τις προάλλες εντελώς τυχαία είδα ξαφνικά σε ένα περιοδικό τη φωτογραφία ενός πεταλίδαρου. Τότε έμαθα ότι είναι η μεγαλύτερη πεταλούδα της Ευρώπης, ότι το άνοιγμα των φτερών της φθάνει τα 150 χιλιοστά και ότι η επιστημονική ονομασία της είναι Saturnia pyri.



Άνθρωπος γερανός
Μπίκα (η). Ράμφος στα κρητικά. Από το αγγλικό beak.



Επινίκια
Σαθήρι. Το περιβόλι.
Ταβάς. (Τουρκ.) ταψί.
Οστρακισμός. Εξοστρακισμός. Ψηφοφορία για να εξοστρακίσουν κάποιον.



Τα άλογα του Αγίου Γεωργίου
Κακοτερένιος. Κακοφανισμένος, ταλαίπωρος.
Φαμέγιος. Υπηρέτης, παρακατιανός.
Χρέμι. Υφαντό μάλλινο κλινοσκέπασμα, ή χαλί.
Παναγιωτίτσα. Η γιαγιά μου απ’ τη μάνα μου, πολύ νοικοκυρά και υφάντρα ξακουστή.
Αλλά τα κάνει τιμής ένεκεν ολόασπρα πετρώματα. Στο Uffington της Αγγλίας υπάρχει ένα προϊστορικό μνημείο το λεγόμενο λευκό άλογο (Uffington white horse) που είναι η φιγούρα ενός τεράστιου αλόγου μήκους 114 μέτρων από λευκό ασβεστολιθικό πέτρωμα. Οι αρχαίοι άνθρωποι που το δημιούργησαν το ζωγράφισαν στο χώμα και μετά έσκαψαν πάνω στο σχέδιο και αποκάλυψαν το πέτρωμα που υπήρχε από κάτω. Πιθανόν η φιγούρα να είναι ένας κέλτικος θεός ή ένα φυλετικό σύμβολο.



Το τραμ
Κατσώνα. Η μαγκούρα τα Λημνιακά.
Και τώρα τελευταίως με τραμ. Όταν πρωτολειτούργησε το τραμ ακριβώς πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες, για μερικές ημέρες ήταν δωρεάν. Όλοι οι αργόσχολοι γέροι πήγαν να το δουν και να πάρουν τη… βόλτα τους και δημιούργησαν μέγα συνωστισμό.



Γραΐδια στο σκλι
Σκλι. Πεζούλα στα παλιά Λημνιακά σπίτια που κάθονταν τα απογεύματα και τα βράδια οι γειτόνισσες και περνούσαν την ώρα τους συζητώντας και κουτσομπολεύοντας. Ίσως από τη λέξη «σκαλί».
Τι αντιτεχνώνται; Όλο το ποιηματάκι έγινε χάρη σ’ αυτή τη λέξη, που πολύ μου άρεσε. Αντιτεχνώμαι. Αντισοφίζομαι, επινοώ τέχνασμα αντί τεχνάσματος.



Οδός όξου ατελέσφορος.
Μα χρειάζεται μαγιά, που είναι το κατακάθι του ξυδιού. Εγώ δεν το ήξερα.



Νυκτοναστία
Νυκτοναστία. Κινήσεις ύπνου ή εγρήγορσης, που πραγματοποιούν τα φυτά με την εναλλαγή ημέρας και νύχτας. Εδώ εννοείται η προσαρμογή.
Μαλαφράντζα. Αφροδίσιο νόσημα, γαλλική ασθένεια (male francese).



Σύντροφοι
Οαριστής. Σύντροφος, φίλος.
Αρ αρ αρ. Επιφώνημα, κάλεσμα, αλλά και πρόκληση σε αρσενικούς γαϊδάρους να …ξεφηκαρώσουν (Λημνιακό).



Δούρειος ίππος
Τεπές. Η κορυφή του καμινιού.
Αροδάφνη. Η πικροδάφνη.



Σύλληψη του Ανάργυρου…
Ιππημολγοί. Φυλή Σκυθική, ενάρετων, αγαθών ανθρώπων.
Τσοπανέρια. Τα τσοπανόπουλα, οι άβγαλτοι άνθρωποι, οι αφελείς.
Μάκενα. Μηχανορραφία.



Καριέρα
Σιλεντάριος. Αξιωματούχος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επιφορτισμένος με την τήρηση της τάξης κατά τις διάφορες υποδοχές.
Δηλητηρίασα το Σιλεντάριο. Εδώ εννοείται μια συμμετοχή σε ανόσια πράξη.
Περίδειπνος. Δείπνο, τρεις μέρες μετά την κηδεία για τους φίλους και οικείους του νεκρού.
Σφεντογόνα. Σφεντόνα.
Ο καλαϊτζής. Μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρχαν ακόμα οι γανωματήδες ή γανωτζήδες, που όταν περνούσαν από ένα μέρος φώναζαν με τη μακρόσυρτη φωνή τους το γνωστό «ο γανωματής». Στη Λήμνο δεν ξέραμε ότι λέγονται και καλαϊτζήδες. Κάποτε ήρθε ένας, προφανώς ξενομερίτης και φώναζε «ο καλαϊτζής». Φάνηκε τόσο αστείο που κάποιο παιδί ανέβηκε σε ένα ύψωμα και φώναζε κι αυτό «ο καλαϊτζής, ο καλαϊτζής» και τα υπόλοιπα ξεραίνονταν στα γέλια. Αυτό πήρε αέρα και φώναζε συνέχεια «είμαι ο καλαϊτζής ο καλαϊτζάτορας ο Γιάννης του Γιωργή» μέχρι που άρχισε να ενοχλεί και κάποιο άλλο το σημάδεψε και του αμόλησε μια πέτρα με τη σφεντόνα στα πόδια.
Φαλαγκριασμός. Μέγα σύγχρονο παράδοξο για την πεθερά μου. Παλιά δεν υπήρχαν, λέει, «φαλαγκροί» παρά μόνο μερικοί πλούσιοι. Τώρα ακόμα και νέοι δεν έχουν μαλλιά. Πού να οφείλεται άραγε αυτός ο «φαλαγκριασμός»;



Παλαιοί γεωργοί
Παλαιοί γεωργοί. Αυτοί εργάζονταν και σου ενέπνεαν σεβασμό, δεν είχαν καμιά ομοιότητα με τους τύπους που καταλαμβάνουν τώρα τους δρόμους.
Έχουν το μάτι λαλούσης δρυός. Κατ’ αντιστοιχίαν προς την Αργώ, το πλοίο του Ιάσονα και των Αργοναυτών. Σύμβουλοι για την κατασκευή του ήταν η Ήρα και η Αθηνά, οι οποίες «εις το στέλεχος του εκ Πηλιάδος λεύκης ξύλου ήρμοσαν ξύλον της λαλούσης Δωδωναίας δρυός δια να ειδοποιεί περί των κινδύνων».
Κυανούς λίθος. Το καλάϊ.
Καισαρεία. Για λόγους ευφωνικούς, αντί του ορθού Καισάρεια. Καισάρειον. Ναός ιδρυθείς προς τιμήν ενός Καίσαρα ή ενός αυτοκράτορα.
Ντουχιουντίζουν. Σκέφτονται, προβληματίζονται (Κρητ.).
Σπάει το διασάκι. Διαλύεται μια έχθρα, μια φιλονικία. Έκφραση που απαντάται σε διάφορα μέρη, όπως στην Κρήτη.



Καφενείον «Η γαλήνη»
Ενιαυτός. Προσωποποίηση του έτους. Δαίμων, που λατρευόταν συνήθως μαζί με τις Ώρες, την Ημέρα, τη Νύχτα και το Μήνα.
Σκύθες. «Λαός Ιρανικής καταγωγής. Ελάτρευον τον θεόν του πολέμου υπό την μορφή ξίφους. Έζων τρώγοντες ίππειον κρέας και έπινον γάλα φορβάδος. Από της σέλας των αλόγων των ανήρτων τας κόμας, τας οποίας είχον εκδάρει εκ του κρανίου των εχθρών των» (Πάπυρος Λαρούς).
Άψυρτος. Ο αδελφός της Μήδειας. Όταν έφυγε με τον Ιάσονα, ο πατέρας της Αιήτης την κατεδίωξε και η Μήδεια για να τον καθυστερήσει σκότωσε τον αδερφό της τον Άψυρτο, τεμάχισε το πτώμα του και πετούσε τα κομμάτια του στη θάλασσα.
Ανενδεής. Ο αυτάρκης, ο ουδενός έχων χρείαν.
Ανενθύμητος. Αυτός που δεν τον θυμάται κάποιος.
Ανεμώλιος. Μάταιος, άχρηστος, ατελεσφόρητος.
Μπρούντζος. Ο Γεώργιος Γιαννάς εξ Ατσικής Λήμνου, σκαπανεύς και ψυχοπομπός.
Ορύκτες. Αυτοί που ζουν μέσα στο χώμα (Αυθαίρετη ερμηνεία).
Σκεπτικοί. Φιλοσοφικό ρεύμα. Θεωρούν αδύνατη την κτήση κάθε ισχύουσας αλήθειας, αρνούνται κάθε γνώση, όπως ακριβώς πρέσβευαν προηγουμένως οι Σοφιστές,
Πέργιορας. Περίβολος.



Δρόμος Ατσική – Προπούλι.
Διαλεχτή. Η θεια μου Διαλεχτή, περίφημη ξεμετρήστρα, που το σπίτι της είναι πάνω σ’ αυτό το δρόμο.
Οι καλοί άνθρωποι παίζουν κουτσό πάνω σε σανιδένια γεφύρια. Είχα δει σαν παιδί, πηγαίνοντας με το συχωρεμένο τον πατέρα μου στο χωράφι, ένα ηλικιωμένο συγχωριανό μας να παίζει κουτσό μόνος του σε μια μικρή ξύλινη γέφυρα, πάνω από ένα χαντάκι. Κοίταξα τον πατέρα μου με απορία, περιμένοντας να μου εξηγήσει το φαινόμενο. Ο πατέρας μου δεν το σχολίασε, αλλά είπε σαν να έβλεπε το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο: «Ο καθένας τη δουλειά του».
Μύλο – τρομύλο. Έκφραση που θα πει «γύρω – γύρω»
Αστέρια κίτρινοι γίγαντες. Κατ’ αναλογία με τα αστέρια κόκκινους γίγαντες της αστρονομίας. Στη Λήμνο όλα είναι κίτρινα, ακόμα και τα αστέρια της.
Κόχλερ. Η περίφημη αντλητική μηχανή, βενζινοκίνητη και μαντζόβολη, που ήταν πολύ διαδεδομένη στα «χρόνια του βαμβακιού».
Ο ξυλένιος τροχός – νόρια. Στην πραγματικότητα ελάχιστοι ξύλινοι τροχοί που έβγαζαν νερό υπήρχαν, αλλά η λέξη «νόρια» είναι ακαταμάχητη.



Κακανοί
Κακανοί. Οι φωτιές του Αη Γιαννιού.
Κνεφαία. Σκοτεινή.
Καβαλάρηδες των νετρίνων. Αστρικοί καβαλάρηδες. Τα νετρίνα είναι δομικά πυρηνικά στοιχεία που δημιουργούνται σε τρομακτικές ποσότητες στα τελευταία στάδια ζωής ενός άστρου, λόγω της μεγάλης συμπίεσης και πριν την έκρηξη – σουπερνόβα.
Αλιστράτες. Θαλάσσιες οδοί.
Κραιπνοί υποφήτες. Ορμητικοί προφήτες (Ορφέας, περί λίθων).
Άνθρωποι φώτες. (Πλεονασμός). Φώτες είναι οι άνθρωποι (Ομηρ.)



Χείμαρρος Μητροπόλεως
Τα φαντάσματα όταν γερνούν. Εμείς είμαστε τα φαντάσματα. Οι παιδικές μας ενασχολήσεις τώρα μόνο στη μνήμη.



Ο δικός μας τρόπος
Σπεράντσα. Στα αρχαία πλοία μια μεγάλη άγκυρα, άγκυρα ελπίδας όπως λέει και το όνομά της, καλά στερεωμένη στο κατάστρωμα, χρησιμοποιούμενη σε έσχατη ανάγκη.
Γερενέ. Αντί (Λημνιακό).
Ο ήλιος με το μάτι το τρίγωνο ζεσταίνει πρωτόπλαστους τσοπάνηδες που βόσκουν κόκκινα άλογα και κόκκινες βακτριανές καμήλες. Όλα αυτά σε αγιογραφίες του 19ου αιώνα, με θεματογραφία από την Παλαιά Διαθήκη, του Ίμβριου ζωγράφου – αγιογράφου Ευστράτιου Χαϊμαντή, στην εκκλησία του Χριστού στο Ρεπανίδι Λήμνου.
Δεν έχουμε άντρες για πέντε Εφόρους / τους πήραν οι Αυστράλιες / μα η πόλη δε θα πέσει / από έλλειψη νομισμάτων. Αναφορά στην αρχαία Σπάρτη ως προς τους πέντε Εφόρους. Η λειψανδρία, λόγω της ξενιτιάς. Η έλλειψη νομισμάτων στην αρχαία Σπάρτη, που ήταν μια επιλογή τους για να μην ευνοείται η φιλοχρηματία είχε σαν αποτέλεσμα λόγω αδυναμίας συναλλαγών με τις άλλες πόλεις να περιπέσει η πόλη σε οικονομικό μαρασμό. Εδώ έλλειψη νομισμάτων εννοείται μια προσήλωση στα παλαιά ήθη.



20/7/197920/7/79.
Γιορτή του Προφήτη Ηλία (κάθε 20 Ιουλίου). Ξημερώνοντας η 20/7/79 έγινε ένα τρομακτικό ναυτικό ατύχημα στην Καραϊβική θάλασσα, όπου συγκρούστηκαν δυο υπερτάνκερς, το Atlantic Empress και το Aegeαn Captain με συνέπεια να πάρει φωτιά το πρώτο και να ανατιναχθεί από μόνο του μερικές μέρες αργότερα. Σ’ αυτό το ατύχημα σκοτώθηκαν 26 άτομα μαζί και ο μικρός μου αδελφός Βασίλης. Πάντα έβλεπα ένα παράπονο στο πρόσωπο της μάνας μου κάθε που έλεγε: «αύριο ξημερώνει του Προφήτη Ηλία».
Το περίφημο κουπί. Αναφέρεται στο κουπί του Προφήτη Ηλία, που κατά το θρύλο, όντας ναυτικός που είχε μπουχτίσει τη θάλασσα, πήρε τα ανάπλαγα με το κουπί στον ώμο. Το έδειχνε στους ανθρώπους καλώντας τους να του πουν τι είναι. Αν το γνώριζαν έφευγε μακριά. Τελικά έκανε κονάκι στην κορυφή του βουνού, που οι άνθρωποι μη έχοντας σχέση με τη θάλασσα δεν το αναγνώρισαν σαν κουπί.
Σικάριος. Σπαθοφόρος.
Κατοικήργιο. Κατοικητήριο, σπίτι (Λημνιακό).



Το χαμόγελο της Σωσώς
Η Σωσώ είναι ένα νοητικά και κινητικά ανάπηρο παιδάκι έντεκα χρόνων που δεν φαίνεται πάνω από τριών. Αυτό το παιδάκι το έβγαζε βόλτα καθημερινά πάνω σε ένα παιδικό καροτσάκι μια καλή κοπέλα εργαζόμενη στο Θριάσιο, η Βασιλική Κομσέλια, όταν το κοριτσάκι φιλοξενήθηκε στο νοσοκομείο για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Σωσώ χαμογελούσε και σιγομουρμούριζε διάφορα ακατάληπτα και το μικρομέγαλο πρόσωπό της σε πάγωνε.
Καρχαλέα. Ξηρά.
Μποχτσάδες. Τα λευκά καλύμματα κεφαλής των γυναικών της υπαίθρου όταν εργάζονταν στα χωράφια.
Κληδόνισμα. Μαντικό σημείο, οιωνός.
Θυοσκόπος. Μάντις προφητεύων δια της παρατηρήσεως των σπλάγχνων των σφαγίων.
Νέφθυς (η). Ο Άδης.
Επίφρων. Γυιος του Ερέβους και της Νύχτας.
Καλαμπάκι. Ποικιλία μαύρων σταφυλιών και κρασιού της Λήμνου.



Εκατό κεφαλές
Εκατό κεφαλές. Ακρωτήριο και όρμος στα βόρεια της Λήμνου.
Κατέβα απ’ τα σύννεφα αν είσαι άντρας ρε. Αυτό φώναξε ένας συγχωριανός μου απευθυνόμενος προς το θεό, αγανακτισμένος επειδή κολλούσε το αλέτρι στο λασπώδες χώμα κατά το όργωμα. Αυτά τα έλεγε μουντζώνοντας προς τον ουρανό και με χέρια και με πόδια, ξαπλώνοντας ανάσκελα.
Ελλεβόρου δείται. Ο ελλέβορος είναι φυτό που εχρησιμοποιείτο για τη θεραπεία της παραφροσύνης. «Ελλεβόρου δείται» είναι φράση που την έλεγαν οι αρχαίοι για να δείξουν ότι κάποιος είναι τρελός και χρειάζεται ελλέβορο.
Νυκτάλοπες. Αυτοί που βλέπουν και τη νύχτα.
Ζοβγάρισμα. Όργωμα.



Το ιαματικό δεντράκι «γιάτρινα»
Γιάτρινα. Ένα φυτό που γίνεται μεγάλο σαν δέντρο με κάτι κίτρινα χωνάκια για λουλούδια και που φύεται τα τελευταία 50 χρόνια τουλάχιστον στον κήπο του πατρικού μου σπιτιού. Πότε είναι τεράστιο, πότε χάνεται τελείως για πολύ καιρό αλλά ξαναφυτρώνει, πάντοτε σε άλλη θέση. Υποτίθεται ότι τα φύλλα του έχουν ιαματικές ιδιότητες κυρίως αν τα τοποθετήσει κανείς πάνω σε πληγές, αλλά σιγά – σιγά οι θεραπευτικές του δυνατότητες έχουν επεκταθεί σε κάθε αρρώστια. Η μάνα μου το προτείνει με μεγάλη προθυμία, στην προσπάθειά της να βοηθήσει, σε κάθε αρρωστοχτυπημένο. Δεν γνωρίζω πώς το λένε επιστημονικά, το όνομά του στην κοινή γλώσσα είναι «γιάτρινα» και συνειρμικά μου φέρνει στο μυαλό όλους τους δυστυχείς, που πριν τελειώσει το λαδάκι τους είχαν μια ελπίδα σ’ αυτό το φυτό.
Στη μάνα υπεργίγαντα με το έντονο ερυθρό φως. Τα πρόσωπα συγχέονται με άστρα λόγω της μακράς ζωής τους, της μόνιμης, θαρρείς αιώνιας, παρουσίας τους.
Ο Ωρίων. Είναι ο περίφημος κυνηγός της μυθολογίας και ένας από τους πιο λαμπερούς αστερισμούς. Η επιβλητική παρουσία του Ωρίωνα στον ουρανό τον κάνει εύκολα αναγνωρίσιμο λόγω των ιδιαίτερα λαμπρών κύριων άστρων που σχηματίζουν το σκελετό του, ο οποίος αποτελείται από τέσσερα λαμπρά άστρα που σημαδεύουν τους ώμους και τα γόνατά του και άλλα τρία άστρα που σημαδεύουν τη ζώνη του. Τα άστρα που σχηματίζουν τους ώμους του αρχαίου κυνηγού είναι ο κοκκινωπός Μπετελγκέζ και η γαλαζωπή Μπελατρίξ. Ο Μπετελγκέζ (α Ωρίωνα), που στα αραβικά σημαίνει «ο ώμος του γίγαντα» είναι ένας κόκκινος υπεργίγαντας με μάζα 20 φορές τη μάζα του Ήλιου και διάμετρο 650 φορές τη διάμετρο του άστρου μας. Η Μπελατρίξ (γ Ωρίωνα), που στα λατινικά σημαίνει «θηλυκή πολέμαρχος» είναι ένα γαλάζιο άστρο με διάμετρο 6 φορές τη διάμετρο του Ήλιου.



Theo
Theo. Εννοείται ο θεός. Ο φόβος του θανάτου που οδηγεί στην ανακάλυψη και συντήρηση του θεού.
Νυκτερωπός. Σκοτεινός.
Θολοστάχτη. Στάχτη, ως σύμβολο απωθήσεως του κακού, από…αρχαιοτάτων χρόνων
Αψυχάρες. Φυτό που καταλήγει σε φοβερή ακμή, που αγκυλώνει. Μου άρεσε η ομοιότητα της λέξης με τη λέξη «ψυχή».
Πάλλιον. Και παλλίον. «Μοναχικόν ένδυμα φερόμενον υπό των μοναχών της ανατολής ως σύμβολον της στολής της αφθαρσίας και σεμνότητος, ταυτιζόμενον σήμερον προς το ράσον» (Πάπυρος Λαρούς).
Τρόπος απροσδιόνυσος. Τρόπος μη πρέπων, ακατάλληλος.
Εξ Ηπείρου. Στην Ήπειρο βρίσκεται ο Αχέρων ποταμός και η Αχερουσία λίμνη.
Βαρκάρης και κυνηγός. Ο Χάρων – Ερμής ήταν ο βαρκάρης της Αχερουσίας λίμνης. Ναι, η κύρια…εργασία του είναι κυνηγός ψυχών.








ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Άγιος Φανούριος………………………………………
Εντός…………………………………………………….
Λευκά χαρτιά……………………………………………
Χιόνι…………………………………………………….
Αμμωνίτες……………………………………………….
Η κατάρα………………………………………………….
Έφη………………………………………………………
Βεγγέρα……………………………………………………
Στη θάλασσα των πουριών………………………………..
Ο μπλε πίθηκας…………………………………………..
Ταγή για την αρκούδα…………………………………….
Πρωινός καφές στην πλατεία Άτσικής…………………….
Πάλσαρ θνήσκων………………………………………..
Pax televisiana……………………………………………
Σατούρνια……………………………………………….
Άνθρωπος γερανός………………………………………
Επινίκια…………………………………………………..
Αέρας……………………………………………………….
Τα άλογα του Αγίου Γεωργίου……………………………
Πάλι αργά……………………………………………….
Το τραμ…………………………………………………
Καύσωνας………………………………………………
Γραΐδια στο σκλι……………………………………….
Οδός όξου ατελέσφορος………………………………….
Νυκτοναστία……………………………………………..
Σύντροφοι…………………………………………………
Δούρειος ίππος………………………………………….
Σύλληψη του Ανάργυρου………………………………..
Καριέρα……………………………………………………..
Παλαιοί γεωργοί……………………………………………
Καφενείον «Η ΓΑΛΗΝΗ»…………………………………
Δρόμος Ατσική – Προπούλι……………………………….
Κακανοί…………………………………………………
Χείμαρρος Μητροπόλεως……………………………………
Στα μπαμπακοχώραφα Ατσικής…………………………….
Παλιό σκάφανδρο…………………………………………..
Ο δικός μας τρόπος………………………………………….
20/7/1979……………………………………………………..
Το χαμόγελο της Σωσώς…………………………………………..
Εκατό Κεφαλές………………………………………………
Το ιαματικό δεντράκι «γιάτρινα»……………………………..
Theo……………………………………………………………
Επεξηγήσεις – σχόλια………………………………………….

2 σχόλια:

Rodia είπε...

Ωραιος γιατρε! Μα την αληθεια, χαιρομαι που σε βρηκα :)

Σταύρος Τραγάρας είπε...

Έστω και καθυστερημένα, ευχαριστώ πολύ. Η χαρά δική μου.