Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ποιητική συλλογή «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΔΕΞΙΩΣΙΣ» Εκδόσεις «Θριάσιο» 2001


Αφιερωμένο στη μάνα μου Αρετούλα Κ. Τραγάρα







Ενώπιος ενωπίω

Τα κακοπούλια ήρθαν πάλι απόψε
δεν τρώνε το συκώτι μου
δεν τρώνε ούτε το μυαλό μου
κάθονται αντίκρα και χαμογελάνε ειρωνικά
κοιτάζοντάς με μες τα μάτια
οι μιλτωμένες παρειές
που σωτηρεύουν
είν’ των παιδιών και των νηπίων
ο Μιθριδάτης με ευλόγησε
δώρα μου έδωσε τα κίτρινα φεγγάρια
κίτρινα κι ολοκίτρινα
βούλες ηωανθρώπων
μεταλλαγμένων για καλά
τα κακοπούλια ποιος φοβάται
ζάρες σκουλέπες κουκουβάγιες
για τις γιαγιάδες και για τα παραμύθια τους
τα φθονερά γιαπάκια μου φαίνεται
πως πάλι θα νικήσουν
βλέπω τα δόντια κιγκλιδώματα
γραβάτες ματογιάλια
θεριάγκαθα προφήτες
της αυριανής υποχώρησης
ο καθρέφτης μου πάλι θα με φτύσει.








Άξιοι

Οι νοσφιστές των έμβιων
δεν αποστέρησαν τον ύπνο μας
οι χιονοθύελες χτυπούν μακριά
κι είναι για άλλους
οι μωρόσοφοι που μας συμβούλευαν
έκαναν καλή δουλειά
ποτέ δεν αποδώσαμε
θείες τιμές στο Μόλπη
τα μπακιρένια μας ιδανικά
γυαλίζουμε με κητέλαιο
που μας προσφέρουν
φίλοι μας αφεντάδες.






Ο ήρωας

Ορκάνες και θηλειές χρόνια και χρόνια
σε μονοπάτια και σε τρίστρατα
περίμεναν
με χιόνια και βροχές εκεί
και τα μαχαίρια κρυμένα σε λευκούς χιτώνες
τυχαία αυτός μπλέχτηκε κι έγινε θήραμα
έπειτα έγινε ο ήρωας ο τρομερός
να τα αγάλματά του στις πλατείες
αύριο θα καταθέσουν στεφάνια
αυτοί που τον σκότωσαν
με μπάντες με άμφια και παράσημα
κατά πως πρέπει στις επετείους.






Μόνος

Κάθυγροι άσφαλτοι
μυδρίασαν τα μάτια των γκρίζων νερών
τα υποψιασμένα νέφη της όσσας
ξύπνησαν τις νάγιες στο κλειστό δωμάτιο
οστράκωσε ο εγκέφαλος
το πιοτό δηλητήριο
τα πελιδνά χέρια σαμοθήρια
στους καθρέφτες του κρυστάλλινου ποτηριού
έφυγαν όλοι από δίπλα μου
οι φίλοι με αρνήθηκαν
απ’ το πρώτο λάλημα του αλέκτορα
πληρώθηκαν οι σύμβουλοι
σκοτωθήκανε οι πρόκοιτοι
σφάχτηκαν οι εταίρες
λιποτάχτησαν οι προκουραντόρες των επαρχιών
σάλπισαν σιωπητήριο τα τηλέφωνα
αρτεσιανό πηγάδι η πίκρα
βρόγχος ασφυκτικός οι μνήμες
μόνος πιστός ο καπνός απ’ τα τσιγάρα
κι η νύχτα που εναλλάσσεται με νύχτα.







Συνέδρια

Στη μινδέλιο παγετώδη εποχή
προσκυνούν έντρομοι
κρυστάλλινες καράφες Costa Boda
τα επεξόδια γινήκαν γλυκερές δεξιώσεις
ο πνιγαλίων δαίμων μεταμφιέστηκε σε γραβάτα
επιστρατεύουν τους επιβήμιους θεούς
κάνουν καλή εντύπωση
στη σιχασιά του εαυτού τους
όλοι οι κακοσήμαδοι μαζεύτηκαν απόψε εδώ
περιφέρουν επιταφίους
μες στα κουστούμια τους
ανεμόδουλοι διακονητές χαιρετούν
με ελαφρά υπόκλιση
σηκώνοντας με περισσή φροντίδα
τα πλαστικά πιατάκια τους
ελόβιες λερναίες ύδρες
λικνίζονται στα ακριβά χαλιά
κομψόγναθοι γελαστοί με μεταξωτά πουκάμισα
και με χοντρά γιαλιά
νοιάζονται για το κάθε τι
τρώγοντας τούρτα
το σύνδρομο του Ελπήνορος
σκαρφάλωσε σ’ ένα φωτιστικό
και σκάει στα γέλια
ποιό άρα νάναι το κοινό
και ποιοί οι θεατρίνοι.






Άρρωστοι

Βαφτίσαμε τα λιόκουρα
ήπιαμε το νερό
οι ξεμετρήστρες χασμουρήθηκαν
μ’ όλη τους την καρδιά
πετάχτηκαν όρθιοι οι γητευτές
σίγουροι για την επιτυχία
τα θυμιατήρια γύρισαν οι παραβάγιες
σ’ όλο το σπίτι λιβανίζοντας
ακούστηκαν οι αγητιές ψιθυριστά
μας σταύρωσαν στο μέτωπο
μας ράντισαν με αγιασμό
με άγιο λάδι μας αλείψανε
έκαναν οι παπάδες τα τρισάγια
ωραία φυλαχτάρια μας κρεμάσανε
περάσανε γιατροί πάνω σε άσπρα άλογα
μας πότισαν φάρμακα και ματζούνια
τίποτα
κανένα όφελος
δεν γίναμε καλά.
Γιατί να γίνουμε καλά;
Μετά ποιους θα προσέχουν;








Εφιάλτης

Γκρεμίζουν αλύπητα
τα παλάτια που προστρέχαμε
στάχτη και φωτιά στον αέρα παντού
Αγνώνεια οικοδομήματα συμφοράς
σε Αδράστεια νέμεση
οι δίκαιοι χορτοφάγοι πήγαν ακάντηλοι
τους σημάδεψαν τα δάχτυλα
του αγελαίου όχλου
τα μονόσκηπτρα κρατούν
οι βάκηλοι των χαρεμιών
φονιάδες βωλοκοπούν
μαρμάρινες κολώνες
βγαίνουν από τις γόργυρες
ακάθαρτα στοιχειά
προσφέρουν πράσινη σκουριά
και παίρνουν φρέσκο αίμα
χρυσά τα άμφια
φορούν οι δεμιρτζήδες
τα κόσκινα του σιταριού
τα ρίχνουν μες τους κακανούς
Δειράδελφοι και Κύκλωπες
κυκλοφορούν στους δρόμους
ανέβηκαν ενάμαρτοι
στης θέμιδας τις έδρες
εναρηφόροι σκυλευτές
έκαναν κουδουνίστρες
τα άγια δισκοπότηρα
εταίρες αιματόβαφες
διδάσκουν στα σχολεία
οι κλακαδόροι οι ηλιόφοβοι
χειροκροτούν με πάθος
κόλακες βδελυροί φορούν
τα δάφνινα στεφάνια
μούταξαν οι θεοί οι ελεήμονες
μες σε βαθειές κρυψώνες
καμιά θυσία δε λυγίζει την καρδιά τους
ο εφιάλτης ατελείωτος.








Κλειστές γροθιές

Ενηλύσια μυστικών δυνάμεων
ιερά και άβατα
οι κλειστές γροθιές μου
μαντέψτε αν επωάζουν μια οργή
ή μια δραχμή
δεν θα το δείτε απ’ το παίξιμο του ματιού μου
ούτε απ’ τις κινήσεις του σώματος
έμαθα να μπλοφάρω
στα σχολεία σας της υποκριτικής της τέχνης
ήρθε η ώρα να εισπράξετε
τις αμφιβολίες σας
ήρθε η ώρα ν’ αρχίσετε
να φυλάγεστε.







Αγανακτισμένοι πολίτες

Οι ανοικτίρμονες των δρόμων
σήκωσαν πάλι τις σημαίες
παλιά τις είχαν φυλαγμένες στα σεντούκια
κάτω από βελέντζες και παπλώματα
οι κάμερες γινήκανε σειρήνες και δασκάλες
τον λόγο που ποτέ δεν γνώρισαν
τον αντικαθιστούν με λόγια ομοιόμορφα
σαν κουλουράκια βιομηχανίας.

Οι ανοικτίρμονες των δρόμων
άρχισαν πάλι να δείχνουν τα μαχαίρια
σε γριές γυναίκες και σε μικρά παιδιά
τα καμαρώνουν που γυαλοκοπούν
χειροκροτούν ο εις τον άλλον
φωνάζουν δυνατά με χαμηλωμένα μάτια.

Καθώς περνά η ώρα καταλαβαίνουν
να μεγαλώνει η δύναμή τους
καθώς περνά η ώρα καταλαβαίνουν
πως είναι η τελευταία ευκαιρία τους.






Τα όπλα

Κανένας Αιάντειος γέλως δεν ακούστηκε
σαν μας αρνήθηκαν
τα όπλα τα ακριβά
εμείς τότε είχαμε άλλες ασχολίες
έπρεπε να γεμίσουμε άδεια χαρτιά
ή να βγάλουμε λόγους
σε αμφιθέατρα και δρόμους
έπρεπε να παίξουμε
με λόγια δικηγορίστικα
μέσα στα καφενεία
έπρεπε να δούμε την καινούργια μεζονέτα.








Πορεία μαθητική
(σε όλους τους μαθητές του κόσμου)

Ταμπούρλο στρογγυλό
με γείσο υδρόγειο σφαίρα
μέσα μαύροι κύκλοι και σταχτιοί
μπράτσο γυμνό με πλήκτρο
ίδιο πυρσός σβηστός
ο αντίχειρας σημάδι ανάμεσα στα μάτια
ανοιχτά στόματα τραγουδιστών
καμιά ίριδα στην άκρη
όλα τα μάτια βέλη που χτυπούν το στόχο
κασκόλ ασπρόμαυρα
και τα χρωματιστά ασπρόμαυρα φαντάζουν
βρόγχοι γύρω από τραχηλιές
μοτοσυκλέτες π’ ανεβαίνουν το γύρο του θανάτου
πουλιά φουσκόλαιμα σε οχεία
κάθετα όλα όρθια
των μπουφάν οι πτυχές
και τα καρφάκια των μαλλιών
κι οι κόκκινες μύτες στο κρύο
τα απαγχονισμένα από δέντρα
γράμματα των πανό
σημαίες και σάβανα της προσδοκίας
οι φίρμες στο μέρος της καρδιάς
κι η πίκρα χυμένο γάλα
που τραγουδά ανάμεσα
στα αυτοκίνητα των δρόμων
σας τα χαρίζουμε όλα
την περηφάνεια μας κανείς δεν θα την πάρει.







Τα χέρια μου

Άνοιστρα τα χέρια μου
ριγεδανά και παγετώδη
κρατιούνται μετέωρα
για το καλό σας
είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά
γι’ αυτό δεν τα δουλεύω
γι’ αυτό δε δίνω χειραψία
γι’ αυτό δε σας μουτζώνω
η παγωμάρα μου να είν’ ανίατη
παρακαλάτε
αφήστε τα χέρια μου ήσυχα
μην τα ταράζετε
μην τα ζεσταίνετε
βάλτε τα στο μουσείο
για το καλό σας.








Το μυαλό

Στη φίλη μου Λίτσα Πανταζή

Ω οι αρέκες του μυαλού
που μόλις ξύπνησε
ο φρέσκος αέρας απ’ τη θάλασσα
το ξόδι που χθες συνοδέψαμε
ζει στα εράσμια νερά της λήθης
σαν νάναι χρόνια τώρα
του παραδείσου οι γραφές ήρθαν στην ώρα τους
των ρητόρων η ομίχλη διαλύθηκε
χλιμίντρισαν άγρια άλογα της αυγής
σημαίες τρύπιες όχι δεν θα ξανακουβαλήσω
ούτε θα προσφερθώ
σε αδιατάρακτες ιεραρχήσεις διευθετημένος
ω το μυαλό πως έκαψα
στις Σαχάρες των αιτήσεων αποδοχής
νικητές όχι δε θα χειροκροτήσω
σε μονότονες δοξολογίες
έτοιμος είμαι να πληρώσω στα βορεινά γήπεδα
να κλείσω χαίνουσες πληγές
να μπω στην ασπρόμαυρη φωτογραφία
στον κόκκο μου της άμμου
στον πυρήνα των αφορισμών
στο απόλυτο φτωχό είναι μου.







Μνήστωρ

Μνήστωρ να παραμείνεις λέει
κι ας βλάστησαν προσφάτως τα σπαρτά
κι ας σε φωνάζει η ζωή ολόγυμνη και δοτική
νέα γυναίκα.

Ενθυμούμενος λέει
τους προγεννήτορες που δε γνώρισες
τις παραδόσεις που δε σου παραδόθηκαν
που πάντα ζήλευες το Νεοπτόλεμο
για τα παραμύθια του παππού του.

Εσύ χορεύεις τους πυρρίχιους
μπροστά στους δημαρχαίους
και στο πάτα κιούτα του ποπ κορν
που κανείς δε σε κάλεσε
έστω για την εκπλήρωση κάποιου χρησμού
που λάφυρα ποτέ δεν θα πάρεις.

Μνήμων κάποιων λόγων παλαιών λέει
που όμως εσύ δεν έμαθες.

Μην προθερμαίνεσαι για περιπάτους
θάρθουν οι ασήμαντοι σημαίνοντες
μεταπράτες εμπόροι παλαιολιθικών οστών
συντηρητές κατεψυγμένων μουμιών
καταιωνιστές απορρυπαντικών εγκεφάλου.

Φύγε να μη σου μάθουν να θυμάσαι λέει
πως δεν πρέπει να τους ξεχάσεις.

Τώρα.





1998
(στο φίλο ψυχίατρο Βαγγέλη Νερούτσο)

Τι νόημα νάχουν οι αριθμοί
χρονολογίες άσπρες σ’ άσπρο φόντο
το ορυκτό αλάτι κουβαλήσαμε εμείς
μες τα σακκιά στην πλάτη
μας έμαθαν οι Ίνκας
στα παλιά υπαίθρια αλατορυχεία του Μαράς.

Κι απ’ το τοπίο του ξερονησιού
φάνηκε μες στα μάτια μας
ο σαλτιμπάγκος γυμνός και κατακόκκινος
μ’ ένα σκορπιό στο εφήβαιο
κίτρινους γυριστούς αυλούς φυσά
που βλέπουνε τον ουρανό
γνέφοντας κι ευλογώντας
της διπλανής γυναίκας τα βυζιά
κύκλοι ολοστρόγγυλοι σε πέλαγο
που αρχίζει να βουρκιάζει
με ησκιένιο βαρανόσαυρο στον ώμο της
σκοτίδη απ’ την όψη.

Τα χείλη του ξανθού παιδιού
σε αλεξίσφαιρα γιλέκα
ειρωνία
παρκάροντας το κατρακύλι
σε σανιδένια πλαίσια
φρέσκιας τηλεόρασης οσμή και φελιζόλ.

Κι οι όγκοι οι μυτεροί οι πολύκωχοι
δεν είναι τα παγάκια στο ουίσκι σου
ξεχασμένα παγόβουνα δεν είναι
ούτε κομμάτια ασβέστη άσβεστου
λείπουν οι γαλανές οι θάλασσες
λείπουνε τα νταμάρια
μον Πάπες γηραλέοι
με ράσα λευκά και άσχημα
κυκλοφορούν στις σκάλες.

Κοίτα πως σε σιχαίνονται
οι πήλινοι Κινέζοι στρατιώτες
κοίτα που μια ματιά δεν ρίχνουν πάνω σου
και πάνω στο σόι σου το χαμογελαστό
αυτοί δεν ήρθαν να σε βρουν
στα σπίτια σου τα διακοσμημένα με γραβάτες
φόρο πληρώνουν κύκνοι περήφανοι
απ’ το ακριβό συκώτι τους
κι ούτε καταδεχτήκανε να ζουν
στα πάρκα τα δικά σου
δεν επροσκύνησαν και ούτε θα φιλήσουν
λουστρίνια για δεύτερα βραβεία.

Κάτω από δικέφαλους αητούς
με κόκκινα γραφήματα
με στόματα ανοιχτά διαμαρτυρομένων
τα μαύρα τα μικρά παιδιά
που αγαπούν τις όρκες στα βάθη και στα ύψη
δεν συναντούν πολεμιστές καβάλα στ’ άλογά τους
κοντάρια μαύρα αψηλά
και άλικες σημαίες
και με χιτώνες χιόνινους
μακριούς τσαλακωμένους
τα κρεμασμένα σώματα σακκιά χωρίς τα άκρα
να δέχονται κλωτσιές γερές
μεταλλαγμένων χορευτών
μέσα σε στρατιωτικές χακιένιες μπαλαμάνες.

Εφύγανε τα σώματα απ΄τα νεκροτομεία
μισοκαμένα κάθησαν σε βάθρα καφενείων
βγάλτε φωτογραφίες πάρτε αυτόγραφα
δεν είναι μπαλαρίνες αυτές που σε σαστίζουν
δεν είν’ ματρόνες σε λαϊκή ρωσοποντίων
οι κούκλες είναι των κωμωτηρίων
τα παιδιά σου που διδάσκουν.

Και τα ξερά τα δέντρα στο χώμα το σταχτί
κάτω από πυροφόρους ουρανούς
δεν είναι προσκεφάλι
λευκών ξερών κρανίων άγριων ζώων
αυτά είναι χαρτιά σκισμένα κατά λάθος.

Ποιος να μπορεί το φίλημα
στο στόμα μίας κόμπρας
αυτός που το’κανε δεν είναι της γενιάς μας
αφού δε στήθηκε φαλάκρας πίσω από γκισέδες
ούτε μπροστά ψευτοπερήφανος ζητιάνος.

Η μοίρα σου σε πήγε τελικά
εκεί που σου αρμόζει
να συναντάς μια μούντζα μες στα μάτια
από ένα χέρι αλλόκοτο
που λες και βγήκε απ’ το λάκκο.






Οι νοικοκυραίοι

Κορώνα οι ιδεοληπτικές εμμονές
καθήσαμε αναπαυτικά στους θώκους της αλαζονείας
τα αληθοτόπιά μας από άμμο κάστρα τρανταχτά
όσο κρατά η άμπωτις
οι μέρες οι λιασμένες δεν περνούν εντός
ούτε το αγιάζι
καν ο αέρας
έξω τα κακάγγελτα
σκοτώθηκαν οι αγγέλοι είτε κακοί είτε καλοί
κάθε αταξία ναρκοθετεί το μέλλον
αδιατάραχτες οι ιεραρχίες
απ’ τα περιφερόμενα βλέμματα
στις αποικίες των Μπε Εμ Βε
στις εξυπηρετικές συνάξεις των κωλόπαιδων
απ’ την άνυδρη γη όλα τα κλάμματα
ακούσματα αμυδρά
ίσως παιδάκια που σπάσαν τα παιχνίδια
που νιαουρίζουν ίσως γάτες
ξέψυχα στίγματα του τίποτα
στους θώκους μας τους καθαρούς
στις στρογγυλές ασπίδες μας
στις ανοηταίνουσες απλουστεύσεις
ημιθανείς για να κλάψουμε
τον πάντοτε τακτοποιημένο κόσμο
ημών των νοικοκυραίων.








Τυφλές ελπίδες

Έτρεξε πάλι και εκρύφτηκε
στην καγκελόφρακτη κάμαρα με τα λουκέτα
σα φάνηκε στο δρόμο
ο αμυτήρας των ψυχών
ο κλέφτης
άνοιξε της αυταπάτης το σεντούκι
ότι εκεί είναι σιγουρεύτηκε
κάτω απ’ τα χράμια της προσδοκίας του
το κόσμημα που πιο πολύτιμο ενόμιζε
με χαραγμένα γράμματα στο κέντρο
“αμόρωτον”
κι από τη βιά του σκόνταψε
επάνω στον παππού τον Προμηθέα
που ήρθε την τακτική του συνδρομή
να ανανεώσει
πληρωμένη σε τυφλές ελπίδες
και δυο κουβέντες που αντάλλαξαν
αρκούσαν ίσα - ίσα
για να μη δει τον κλειδωνά
τον Εφιάλτη
που έπαιρνε της προδοσίας της μεγάλης τα αργύρια
κάτω απ’ τα παραθύρια του.







Ίσως

Ίσως τ’ αλάτι που σχεδόν πήζει στις αλυκές
πως το χτυπά ίσως το ηλιοβασίλεμα
τα γήπεδα τα ξεραμένα με τ’ ασβεστόχωμα
ομήρους ξαγρυπνησμένους στοίβαξαν
ο εργάτης ίσως που μαζεύει τα κεράσια
πάνω σε ωκεανούς λευκούς
ίσως σφαγή των φαλαινών
μετά τις παρακλήσεις τους τις πρωινές
στα αγιασμένα ύδατα
της κόμης σου οι καταρράχτες
που τους χτυπούν βόμβες πυρηνικές ίσως να είναι
τ’ αναποκάλυπτο που πρόβαλε σαν ύβρις ξαφνικά
και μπήκε με ερπύστριες
και με κανόνια στα ματόκλαδα ίσως
αργήσαμε σ’ αυτή τη μαθητεία και στις άλλες.







Οι μαύροι πάνθηρες

Εμείς οι μαύροι πάνθηρες
βαστούμε τα βιβλία
βαστούμε ευαγγέλια
καπνίζουμε τσιγάρα
μαύρα γυαλιά φορούμε
καλύπτουμε τα κίτρινα
τα μάτια των συμβόλων
τα πλήθη τα φρενάρουμε
ή πάλι βάζουμε φωτιά
μες στο υγρό το βλέμμα μας
η λύπη κολυμπάει
γευόμαστε τη σκόνη
στους ξένους δρόμους συνεχώς
μπερέδες ή σγουρά μαλλιά
και ανοιχτά τα στόματα
και σήματα στα πέτα
πένες φτωχές ανέστιες
τα όπλα δήθεν λιγοστά
οι δικαιολογίες μας μυριάδες
εμείς οι μαύροι πάνθηρες
είμαστε μπάσταρδοι ολόλευκοι
κι είμαστε φοβισμένα ανθρωπάκια.






Αντιπαροχή

Έδωσα αντιπαροχή
τις παρακμάζουσες ήδη
δυναστείες της περηφάνειας μου
άχρηστες μου ήταν εντελώς
στις καθημερινές
πολύβουες πορείες
αλάφρεψε της χειραψίας
το ειδικό βάρος
άρχισε να υψώνεται
των προσαρμογών η μεζονέτα
θα πάρω το μερίδιό μου
σε φιλική τιμή
πέραν του λογικού κέρδους
μέγα πλεονέκτημα
τα εμφιαλωμένα παραμύθια
που χάφτω
σε λέσχες αγελαίων
επιφανών υποκειμένων
στα έξω και στα μέσα.








Πολύχρωμες σημαίες

Ένα ψωμί σταρένιο πρέπει να’ναι
το μαρτυρά το σχήμα του
ή μήπως όχι
κρυμμένο φωλιασμένο
σε κρεμασμένες πολύχρωμες σημαίες
δίνει αέρα στα κούτσουρα που ξέβρασε η θάλασσα
που μήδισαν που ξένεψαν και κλαιν ακόμα
αφού περάσαν ποιος ξέρει
από τι γλυπτών τα μητροπόλα χέρια
ανοίγουν στόματα εκεί που κάθονταν παιδιά
κλείνουνε μάτια εκεί που φύτρωναν κλαδιά
σφίγγουνε μυς σαν σίδερο
πετάνε ρόζους φαλλικούς
οδύρονται που πέφτουν σε χαράδρες
πιάνονται από σιδερένιους κρίκους ταβανιών
μα δεν κοιτάνε τις πολύχρωμες σημαίες
που ένα ψωμί σταρένιο θα ’χουν μέσα τους
ή μήπως ανθρώπινα κομμάτια
δραπέτες της παρέας των μαύρων κουστουμιών
που παρακολουθούνε όρθια και σεργιανάνε
κριτές και θεατές ανυποψίαστοι.








Το φλυτζάνι του καφέ

Πουλιά ελπίδας
όμορφα μακρυλαίμικα πουλιά
ή άγρια θανάτου κακοπούλια
με δώρα ανείπωτα
από σφιγμένα χείλια
από γερμένες στο πλάι κεφαλές
γράμματα των θαλασσινών
που ήρθαν
που δε θα φθάσoυν γράμματα
οχτροί μεγάλοι γίγαντες
μέρμεροι και πανούργοι
στα σκοτεινά σοκάκια
πλάσματα ροζ μορφεϊκά
σε ύπουλες ντορμέζες
που πίνουνε θυριακή
πίσσα λιβάνι στύρακα
πρεβαντορείων ήλιος
στέλνουν φιλιά και χαιρετίσματα
στη μούμια του Νεσπεραχάν
ακέφαλοι και μασκοφόροι χορευτές
μακρύποδοι χωλοί νανοκεφάλοι
κορύβαντες φωτιές και σκούρα δάση
της Βαβυλώνας βασιλείς
ζήτουλες φτωχοί σκουπιδιαραίοι
ρέοντα ύδατα θερμά
που εξεμέτρησαν των ποταμών τις μοίρες
κύματα πάνω κάτω
στο στόμα την αρμύρα
κι άλογα
άλογα πολλά
στο βάθος της ομίχλης
και πόρτες και καστρόπορτες
και άγγελοι εσπερινοί
που βγαίνουνε για βόλτα δύο-δύο
πίθηκοι μπαμπουίνοι
καλικαντζάρια πονηρά
τα χιλιοξορκισμένα
με κάπες ανεμόδαρτες
και με χρυσά τιρτίρια
τραγόμορφοι με γένεια και ουρά
κέρατα προβοσκίδες
κεφάλες νεκροκεφαλές
χοίρων, φιδιών, δρακόντων
κι έρωτες ψεύτες μίσθαρνοι
με βέλη με μιλιόνια
με φουσκομάγουλη ματιά
με κόκκινα φτεράκια
κι αν θελεις κι άλλα για να δεις
παιδί για να ξαναγενείς
πρέπει να μη φοβάσαι.







Τα γέλια της μικρής πλατείας

Νάτα πάλι τα γέλια της μικρής πλατείας
όπως τα φοβάσαι
ύπουλα και χαιρέκακα
και τα χαλίκια που κλωτσάς
Θριές της μαντικής
που αναγγέλουν
την περιφρόνηση των παραδεδομένων.

Νάτα πάλι τα γέλια της μικρής πλατείας
που κάποτε δε σ’ ένοιαζαν
εσέ το νηστευτή
που μπήκες από μόνος σου
στο γύργαθο
παραλυμένος απ’τη ματιά της Μέδουσας
κι ας ήξερες πως ήτανε ανέκαθεν θνητή.






Πλάνητες άνθρωποι

Πλάνητες άνθρωποι
τι τα μετράτε τα λεφτά σας τα μεσάνυχτα
τι τα μετράτε το πρωί
γελούν οι άπιαστοι θεοί
στα φευγαλέα σύννεφα
γέλια ετοιμοθάνατα
δικά σας.

Δύστυχοι άνθρωποι
τι αρματώνεστε στην εποχή των παπαρούνων
τι τη σκεπάζετε τη λάσπη σας
σας περιμένει το άνθος του χιονιού
στου αιώνιου τα βύθη
μεθυστικό κρασί
μόλις συρμένο.

Καημένοι άνθρωποι
τι χάλκινους ψαλμούς κανοναρχάτε
τι λόγους ψυγερούς
της αλφαβήτας της παλιάς
τους δρόμους τους εχάσατε
είναι αργά για σας
για όλους.







Στη χειμερία νάρκη μας
(στο φίλο μου ποιητή Λευτέρη Αναστασίου)

Λαμπαδηδρόμοι καπνισμένοι φρυκτωροί
τι ενοχλείτε τη χειμερία νάρκη μας
βερμπάσκο πήραμε νταρμπούκο φλόμο
σήμερα χτες και κάθε μέρα.

Τα φλάμπουρα χαθήκαν στις γαμήλιες τελετές
και για λευκά αγάλματα στις πλατείες
κλείσαν τα ανδριαντοποιεία από παλιά.
μάχλοι προαγωγοί έγιναν οι θεοί μας.

Υπνόμαχες πυρές μη μας ανάβετε
σφραγιδοφύλακες σκληροί τυμπανιστές
τελείωσαν οι μυθικοί κατακλυσμοί
και πέθαναν οι Ηλιάδες λεύκες.







Ζητιάνοι των τριόδων
(στα θύματα των σεισμών της Πάρνηθας, το 1999)

Μικροί και ολίγοι οι επιφανείς στρατηγοί
στα ζωηρά χρώματα
χάρτινων ερυμνών
οι βακχικές κραυγές αλλοτινών καλόμοιρων
κόπηκαν μετά τη μέλαινα βροχή
και τώρα ζητιάνοι των τριόδων
ορκίζονται πως δεν ακούμπησαν το άλσος της Δήμητρας
ψηλαφητά στο έρεβος του Εριχθόνιου
αναζητώντας στο κόκκινο ποτάμι
δύο σταγόνες από το αίμα της Γοργούς
για να κρατήσουν τη θανατηφόρο.






Ερινύες

Θητείες μαύρων σημαδιών
εκτροχιαστείτε σε βάραθρα ονειρικά
να συναντήστε την ανήλιαγη μορφή
που έφυγε για πάντα
που με πληγώνει όλο και περισσότερο
δε θέλω το ξαλάφρωμα από τις ερινύες μου
είναι πόνος γλυκός που τον απολαμβάνω
ας έλθουν άτρωτα στοιχειά
ας έλθουν φλόγες πύρινες
ας έλθει τιμωρία
να μη μπορώ να λέω για θάνατο καλό
ότι έζησε τα χρόνια του
ότι είδε παιδιά κι αγγόνια.








Έστω μια μαργαρίτα

Φίλοι συντρόφοι
τι παρακολουθείτε όρθιες λαμπάδες
τις πλαστές μάχες του ιππικού
στις ιερές τελετές τρέξτε να βρείτε
τον αθρήνητο
που του αρμόζει αντέλλογος
έστω μια μαργαρίτα
σύμβολο εθελαπάτης βολικό.







Επιφανείς

Κερένια αγάλματα στις πλατείες
και στις οθόνες καμαρώστε τους αριθμούς
πριν το μεσημέρι.
Παζαρέψτε τα ινδιάνικα χειροκρόταλα
στο πανηγύρι της Παναγίας
οι καμποτίνοι φίλοι σας το βράδυ βίζιτα
χωρίς ξύπνημα ο Επιμενίδειος ύπνος.
Χθεσινοί κληρονόμοι του μεγανθρώπου
καταμετρήστε στις ζυγαριές ακριβείας
την ελεημοσύνη σας
στην πολιτεία των νανοκεφάλων.






Οι “Ινδιάνοι” της Λήμνου
(σε όλους τους γέροντες της Λήμνου)

Μεσίστιες σημαίες
του πένθους και του σεβασμού
τ’ανθρώπινα ρολόγια
που κουβεντιάζουν άρχοντες
στον άρχοντα τον ήλιο.
Κι οι κούρσες οι γυαλιστερές
που προσπερνούν
γι’αυτούς ανύπαρκτες.
Βήματα τύμπανα άφωνα
στις άκρες των λεωφόρων
απ’τις οπλές του γαϊδουριού.
Αρχαίες ζωντανές περγαμηνές
ίχνη και ιχνευτές μαζί
του πεπρωμένου.
Γρανίτες Αργανθώνιοι ησκιένοι
τα αμμωτά του Υπερίωνος
στ’απόβραδο.
Παππούδες και γονείς
που πάλι ξεφυτρώσατε
καθώς οι κούρσες οι γυαλιστερές
σας προσπερνούν
παρακαλούμε σπλαχνιστείτε μας
ρίξτε μας μια ματιά
μήπως και ξαναβρούμε μέσα μας
το χώμα.






Επιτυχία

Το χρήμα κόκκινο μπλε
με σηκωμένα πόδια
τετράγωνο.
Φερμουάρ στα στόματα
των λευκών προσώπων.
Τα ανεξάρτητα κορίτσια
ταξίδεψαν
με τη λαγνεία των θεών.
Μένουν οι μακρές νύχτες
των κρεμαστών κήπων
των παραισθήσεων
των φημών.
Επιτυχία







Άγιος ο θεός

Κατήγοροι ηλεκτρονικοί
φιλοτεχνείστε χρωματιστά σκηνικά
οι πρίγκηπες φτάνουν στο τέλος τους.
Στα αρώματα των πόλεων
οι έμμονες αγάπες
δυο δυο
στην πρώτη γραμμή
σκοτώνουν τα τελευταία γονίδια
της αμφιβολίας.
Ανταγιάντιστο το βάρος της μνήμης
η τύφλωση ευγενής
αγιοποιημένη
άγιος ο θεός
άγιος ισχυρός
πανάθεμά σας.







Τα δώρα των μάγων

Τα δώρα των μάγων περίμενε
μαλάκα ε μαλάκα
τα δώρα των μάγων
και τους καλικαντζάρους
καλικάντζαρε
ανέβα
στα φωτισμένα δέντρα
χάιδεψε
το χριστουγεννιάτικο αρκουδάκι
χαιρέτισε στρατιωτικά
τα πέτρινα πρόσωπα
κάνε το σταυρό σου
στα πεταχτά μαντολίνο
να τα πούμε
να τα πείτε
στη δημοκρατία των όρχεων
κοιμήσου χαμογελαστός
ανυποψίαστος
μαλάκα ε μαλάκα
αρχιμαλάκα.








Άνθρωποι μαέστροι
(στο φίλο μου γιατρό Δήμο Νικολόπουλο)

Ανθρωποι μαέστροι σωπάστε
ακούστε επιτέλους
το άγραφον δόγμα των νηπίων
τις προτάσεις γάμου
το κλάμα του όπιου
στο τέλος όλα θα κυλήσουν στη γη
θα κουλουριαστούν
θα βρουν την παραμυθία της ανατολής
άνθρωποι μαέστροι
στήστε ευήκοον ους
στις φάλτσες ιστορίες
των άστρων που ζουν μόνα τους
γραβάτες κρεμασμένες δείτε
οι ήττες σας
ταριχεύστε τα πτώματά σας
οικειοθελώς.








Έρωτες

Ερωτες ακαριαίοι
με καλούς τρόπους
χαλκέντεροι
στις άσπρες κροκάλες της παραλίας
στις βουνοπλαγιές
στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου
άρχοντες γαλαντόμοι
επιεικείς
έρωτες τζογαδόροι
στα ίχνη της μικρής ζωής
όλα για όλα.







Ο καναπές μας

Σύντροφοι καθοδηγητές
ονειροπόλοι τυχοδιώκτες
μεσίτες με τα παπιγιόν
μέντιουμ μεσόκοπες κυράτσες
κλέφτες και αστυνόμοι
όλοι προς το δρόμο
ασθμαίνοντες αθώοι ένοχοι
λάμπει ο πλούτος στα κοστούμια τα λαμέ
σε σκοτεινά κλίματα
σε γυμνά παραμύθια
στο παραλήρημα
στην κατοχή μας
απ’ τους δαίμονες του τοπίου
τους εισαγγελείς ευεργέτες μας
ο καναπές μας είναι Σιλβεστρίδη.





Δοξαστείτε

Απ’ το μητρώο των τρελών
διαγραφείτε
καθαρίστε τους φόνους
τα μικρά πεπαλαιωμένα
οι εικόνες των ταξιδιών
χωρίς αξία
στο τέλος αυτού του χρόνου
θα εκτελεστούν δι’ απαγχονισμού
τα ερωτήματα
και όλες οι μαλακίες
τα πρόσωπα των πατεράδων στα κάδρα
αφού ξεκρεμαστούν
να σκαναριστούν καταλλήλως
πριν πεταχτούν
στο γενέθλιο τόπο ποτέ μην πάτε
προσοχή στις παγίδες
προσοχή στους αμόρφωτους
δοξαστείτε τώρα που είστε νεκροί
τίποτα δεν αποκλείεται αύριο.





Στη σειρά

Δεν ξεγιελιούνται οι θεοί
δεν κολακεύονται οι απωσίκακοι θεοί
και μη θαρρεύεις
εσύ που τους μαστόρεψες παμπόνηρε
δε ξέρεις
οτ’ είναι κατ’ εικόνα σου
και καθ’ ομοίωσή σου
νομίσματα των φαναριών
η κόρη του Ωκεανού
δε δέχεται από σένα τυχοθήρα
στην ίδια τη γραμμή να μπεις
που στοιχηθήκαν όλοι
εν δυο και μη λοξεύεις
ψωμί νερό είν’ αρκετά
κι ο οβολός για εισιτήριο
μέσα στο στόμα σου κρυμμένος
φτάνει και παραφτάνει.








Της μάνας μου σανίδια

Τρίξτε σε κάθε πάτημα
ξύλα λαλούσης Δωδωναίας δρυός
σανίδια της μάνας μου
αλλοτινά στολίδια
πια μη σημαίνετε τον κίνδυνο
είναι αργά
διαβήκαν όλοι οι θάνατοι και παν
πιο μαύρος ο καθένας απ’ τον άλλο
άσπρα και χλωρινένια
της μάνας μου σανίδια
τσιριάσατε μαζέψατε
καμπάνες του κακού
αέρα γεμίσατε ξερό
παλιές φωλιές γονιμικών πνευμάτων
το βάρος μου αγκομαχητό
αυτό θα είν’ ο τελευταίος κίνδυνος
που προμηνάτε.








Αιφνιδίως εις υγείαν

Επωβελία στης ψυχής το κέρδος
δράπανα θερισμού ο Ζαγρέας
κρυμμένα επιμελώς στα ρούχα
με ρόμβο στρόβιλο και χρυσά μήλα
ο κεραυνός θα ήταν ευτυχία
ποτήρια ανυψώ κερνώ και πίνω
εις την υγειά αιφνίδιου θανάτου.





ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ενώπιος ενωπίω
Άξιοι
Ο ήρωας
Μόνος
Συνέδρια
Άρρωστοι
Εφιάλτης
Κλειστές γροθιές
Αγανακτισμένοι πολίτες
Τα όπλα
Πορεία μαθητική
Τα χέρια μου
Το μυαλό
Μνήστωρ
1998
Οι νοικοκυραίοι
Τυφλές ελπίδες
Ίσως
Οι μαύροι πάνθηρες
Αντιπαροχή
Πολύχρωμες σημαίες
Το φλυτζάνι του καφέ
Τα γέλια της μικρής πλατείας
Πλάνητες άνθρωποι
Στη χειμερία νάρκη μας
Ζητιάνοι των τριόδων
Ερινύες
Έστω μια μαργαρίτα
Επιφανείς
Οι “Ινδιάνοι” της Λήμνου
Επιτυχία
Άγιος ο θεός
Τα δώρα των μάγων
Άνθρωποι μαέστροι
Έρωτες
Ο καναπές μας
Δοξαστείτε
Στη σειρά
Της μάνας μου σανίδια
Αιφνιδίως εις υγείαν

4 σχόλια:

Άθεος είπε...

Ζηλεύω την καλλιτεχνική σου επίδοση.
Πραγματικά, ένας δημιουργικός και ζωντανός άνθρωπος, είσαι Σταύρο!
Σου εύχομαι πάντα επιτυχίες!

Σταύρος Τραγάρας είπε...

Ευχαριστώ. Σου αφιερώνω ένα ποίημα σχετικό με τον τίτλο του blog σου


THEO
Πέρασε πάλι απ’ το κτήμα νυκτερωπός
ο ασκημένος τοξότης με το μαύρο καπέλο
την ώρα που καίγαμε σφάγια σε εξιλεωτικές θυσίες
και αντλούσαμε τα υπόγεια ύδατα των εκμιαντών
άλλοι πασπάλιζαν θολοστάχτη γύρω τριγύρω
να μαραθούν οι αψυχάρες
άλλοι φορούσαν χάλκεον κράνος και πάλλιον
τελοσπάντων όλοι βιαζόμαστε για τον εσπερινό
κοντοστάθηκε και χαιρέτησε
ένα καφέ είπε τον πίνω
από δω είστε τι επαγγέλεσθε
ρωτήσαμε με τρόπον κάπως απροσδιόνυσον
εξ Ηπείρου κι από επάγγελμα τίποτα σπουδαίο
βαρκάρης και κυνηγός
τώρα φυλάω ένα γέρο εδώ πιο πάνω
πλύσιμο ξεσκάτισμα τα γνωστά
εγώ τον κρατώ ζωντανό
τον ξέρετε παλαιόθεν
τον λένε Theo.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
Theo. Εννοείται ο θεός. Ο φόβος του θανάτου που οδηγεί στην ανακάλυψη και συντήρηση του θεού.
Νυκτερωπός. Σκοτεινός.
Θολοστάχτη. Στάχτη, ως σύμβολο απωθήσεως του κακού, από…αρχαιοτάτων χρόνων
Αψυχάρες. Φυτό που καταλήγει σε φοβερή ακμή, που αγκυλώνει. Μου άρεσε η ομοιότητα της λέξης με τη λέξη «ψυχή».
Πάλλιον. Και παλλίον. «Μοναχικόν ένδυμα φερόμενον υπό των μοναχών της ανατολής ως σύμβολον της στολής της αφθαρσίας και σεμνότητος, ταυτιζόμενον σήμερον προς το ράσον» (Πάπυρος Λαρούς).
Τρόπος απροσδιόνυσος. Τρόπος μη πρέπων, ακατάλληλος.
Εξ Ηπείρου. Στην Ήπειρο βρίσκεται ο Αχέρων ποταμός και η Αχερουσία λίμνη.
Βαρκάρης και κυνηγός. Ο Χάρων – Ερμής ήταν ο βαρκάρης της Αχερουσίας λίμνης. Ναι, η κύρια…εργασία του είναι κυνηγός ψυχών.

Άθεος είπε...

Μα με τον κόπο που έκανες, μια ακόμα ανάρτηση θα ανέβαζες!
Μ΄ αρέσει που η σκέψη σου μέχρι την αρχαιότητα αναμοχλεύει!
Γνήσιος Έλλην γαρ.
Ευχαριστώ πολύ!

Ιωάννης Ψάρρας είπε...

Ο Τόπος μυεί.
Η Ποίησις επιταχύνει δια του νοήματός της τη διαδικασία.
Θάνατος δεν υπάρχει! Είναι μόνον η άρνηση.
Οι λέξεις γέφυρες για μιαν ανάληψη που κάθε ποίημα επιτυγχάνει ερήμην του γράφοντος!
Με απεριόριστη εκτίμηση.

''Ο Ασπάλαξ με τα Φωτόνια'', κατά κόσμον Ιωάννης Ψάρρας, Κουταλιανός!